Σάββατο, 4 Μαρτίου 2017

Ο Βλάσσης ο φονιάς

Αυτές τις ημέρες με αφορμή το φονικό που έγινε στην Νορβηγία, διάβασα για το κελί που θα φιλοξενήσει τον αίτιο θανάτου παραπάνω από ογδόντα ανθρώπων. Προσέχω με πόση προσοχή είναι διατυπωμένος ο λόγος σε αυτό το θέμα. Το κελί του λοιπόν θα έχει άσπρους και κίτρινους τοίχους, θα διαθέτει εκτός από το κρεβάτι γραφείο ψυγείο και τηλεόραση, ακόμα από το παράθυρο, που δεν θα έχει κάγκελα, δεν θα φαίνεται ο μαντρότοιχος ύψους τεσσάρων μέτρων, αλλά μόνο ουρανός για να μην ταραχθεί, λέει, ο ψυχικός κόσμος του φονιά, ο οποίος θα επιστρέψει στη κοινωνία το αργότερο σε είκοσι ένα χρόνια.

Πόσο διαφορετική νοοτροπία και αντιμετώπιση του εγκληματία από μια κοινωνία σε άλλη, αν ήταν στο Αφγανιστάν στο Ιράν θα τον αποκεφάλιζαν, αν ήταν όμως εδώ στην Ελλάδα τι θα γινόταν; Ασφαλώς δεν μπορώ να δώσω απάντηση, αλλά είναι η ευκαιρία να θυμηθούμε πως και γιατί έκλεισε η φυλακή των Τρικάλων.
Στην εποχή μας ονομάσαμε τις φυλακές Σωφρονιστικά καταστήματα, αν θέλει κάποιος να είναι ακριβολόγος, φυλακή θα ονόμαζε την διάρκεια υπηρεσίας του φύλακα (την βάρδια στην σκοπιά του), αυτό επεκράτησε να λέμε φυλακή είναι το δεσμωτήριο ή το κάτεργο στα καράβια, το γνωστό ως (Μπαλαούρο). Εδώ όμως δεν θα κάνουμε ανάλυση της ετυμολογίας ή της ουσίας θα αναφερόμαστε στην φυλακή με την έννοια που έχει επικρατήσει. Οι φυλακές λοιπόν είναι αναπόσπαστο μέρος της κοινωνίας από παλιά μέχρι σήμερα, είναι ταξινομημένες σε κατηγορίες για να δέχονται τους παραβάτες των νόμων ανάλογα με την ποινή τους αλλά και την συμπεριφορά τους ως κρατούμενοι. Η φυλακή των Τρικάλων ήταν από τις παλαιότερες, από την εποχή της τουρκοκρατίας. Ήταν ίσως η πιο ελκυστική φυλακή, δεν διέθετε κελιά, ήταν χωρισμένη σε δυο πτέρυγες με έναν ψηλό φράκτη με πλέγμα, στην κάθε πλευρά υπήρχε ένας θάλαμος με 50 στρατιωτικά διώροφα κρεβάτια, δεν γέμιζαν ποτέ οι θάλαμοι, επειδή γινόταν προσεκτική επιλογή των κρατουμένων.
Στον δεξιό θάλαμο ερχόντουσαν μικροκακοποιοί συνήθως χαφιέδες της αστυνομίας, όσοι αστυνομικοί τιμωρούνταν πειθαρχικά, όποιοι χρειάζονταν προστασία της αστυνομίας, και γενικά οι δικής της άνθρωποι. Στον αριστερό θάλαμο μένανε οι ποιο φιλήσυχοι παραβάτες των νόμων, συνήθως δυστυχισμένοι οικογενειάρχες δουλευταράδες που στον χρόνο της κράτησης εκμεταλλευόταν  όσες ευκαιρίες έδινε η πολιτεία, για δουλειά και επανένταξη. Εδώ υπήρχαν εργαστήρια λογιών-λογιών, ζωγραφικής, ξυλογλυπτικής, ραπτικής, βιβλιοδεσίας ακόμα και τυπογραφείο, ενώ δεν ήταν σπάνιο το φαινόμενο να βγαίνουν ομαδικά στις γεωργικές εργασίες του κάμπου και να επιστρέφουν το σούρουπο σαν το σπίτι τους. Ουδέποτε είχε δραπετεύσει κρατούμενος από τα Τρίκαλα, τόσο προσεκτικά γινότανε η επιλογή. Μεταξύ των κρατουμένων σε αυτήν την πτέρυγα ήταν και ο Βλάσσης ο φονιάς.
Ο Βλάσσης ήταν καταδικασμένος δυο φορές «εις θάνατον» που είχε μετατραπεί σε δυο φορές ισόβια. Ήταν υπόδειγμα κρατουμένου, εργατικός και υπάκουος όσο κανένας άλλος, αγαπητός τόσο στους δεσμοφύλακες όσο και ανάμεσα στους συγκρατούμενους του. Απορούσαν πως είναι δυνατόν αυτός ο άνθρωπος να ήταν φονιάς. Βρισκόταν εκεί επειδή είχε σκοτώσει τη γυναίκα του και τον γαμπρό του.
Στο δεύτερο αντάρτικο στα 1947 αποφάσισε πως ο πόλεμος γι αυτόν είχε τελειώσει, σε αυτό συνέτεινε και  γνωριμία με την Δέσπω, συναγωνίστρια στο βουνό κόρη του Καπετάν Φωτιά στην ομάδα του οποίου ανήκε. Φρόντιζε τον πατέρας της η Δέσπω, παράλληλα φρόντιζε και όλη την ομάδα μαζί και με άλλες γυναίκες που είχαν ανέβει στο βουνό για βοηθούν τους αντάρτες. Ο Καπετάν Φωτιάς έβλεπε πως το τέλος που ερχόταν δεν θα είναι νικηφόρο και σκόπευε να φύγει για το παραπέτασμα, ο Βλάσσης όμως δεν ήθελε να ακολουθήσει. Στον κάμπο της Καρδίτσας η αδελφή του τον περίμενε. Ήταν παντρεμένη και είχε δύο αγόρια, ο άνδρας της περίμενε τον διορισμό στην αγροφυλακή και του μήνυε πως αν κάνει δήλωση μετανοίας υπήρχε τρόπος να ξαναγίνει νοικοκύρης, έπεισε την Δέσπω να τον ακολουθήσει, πήρε την άδεια από τον πατέρα της και παραδόθηκαν.
Γύρισε στο χωριό του παντρεύτηκε την Δέσπω με παπά και με κουμπάρο όπως λέει ο λαός, και ξεκίνησε την ζωή του ως οικογενειάρχης. Χωράφια είχε από τον πατέρα του, μαζί με την αδελφή του την Κριστάλλω και τον άνδρα της τον Μεμά, που ακόμα περίμενε τον διορισμό, άρχισαν να καλλιεργούν βαμβάκι και καπνά. Δεν φανταζότανε πως δεν θα ερχότανε ποτέ αυτός ο διορισμός, αφού είχε συγγένεια με δηλωμένους κουμουνιστές, έστω και είχαν υπογράψει δήλωση μετανοίας. Ο Μεμάς με την Κρυστάλλω είχαν δύο παιδιά, το μεγάλο το λέγανε Σοφοκλή και το φωνάζανε Σοφό επειδή ήταν μελετηρός και το μικρό Αντώνη. Δύο αγόρια δίδυμα έκανε η Δέσπω του Βλάσση τον Μιχάλη και τον Γαβριήλ, τα ονομάσανε επειδή γεννήθηκαν την ημέρα των αρχαγγέλων.
Χρόνια δύσκολα τότε, ο Βλάσσης δούλευε στα χωράφια περισσότερο από τον Μεμά, αλλά δεν παραπονιότανε ποτέ, του χρωστούσε ευγνωμοσύνη που τον βοήθησε να κατέβει από το βουνό και την παρανομία και να γίνει ξανά  νοικοκύρης. Ο Μεμάς από την άλλη έκανε τον καμπόσο στο χωριό με τον προσδοκώμενο διορισμό του, κυκλοφορούσε με το δίκαννο πάντα στον ώμο του, ρουφιάνευε τους συγχωριανούς του, πείραζε τις γυναίκες ειδικά τις χήρες με υπονοούμενα που τα νόμιζε ευφυή. Κατά καιρούς πέταγε κουβέντες και στη Δέσπω, εκείνη όμως δεν άφηνε τίποτα αναπάντητο, είχε μάθε από το βουνό πώς να κουλαντρίζει τους άνδρες αυτού του είδους.
Ο Βλάσσης γκρίνιαζε στην γυναίκα του για αυτό το θέμα, προτιμούσε να μην του απαντά, εκείνη δεν συμμορφωνόταν. Ένα αίσθημα ζήλειας άρχισε να κυριεύει τον Βλάσση που με την πάροδο του καιρού δυνάμωνε και τον έπνιγε. Η ζήλεια είναι αρρώστια πολλές φορές αθεράπευτη και φαίνεται πως βρήκε στην καρδιά του Βλάσση γόνιμο χώρο να εγκατασταθεί και τον κυρίεψε.
Ήταν Μάρτης του 1953, κάποιο πρωινό σηκώθηκε ο Βλάσσης χαράματα να πάει στην αποθήκη για γυρίσει τα φύλλα του καπνού και δεν είδε την Δέσπω στο κρεβάτι τους, στην άλλη γωνιά του δωματίου τα δίδυμα κοιμόντουσαν ανέμελα, ενστικτωδώς πήρα το δίκαννο από τον τοίχο και βγήκε προς την αποθήκη, εκεί είδε τα λουξ αναμμένα προχώρησε σιγά-σιγά και αναγνώρισε το δίκαννο του Μεμμά στο έδαφος, φώναξε δυνατά:
-Αϊ στο κόρακα Χαφιέ, και πυροβόλησε δύο φορές.
Αμέσως μετά έζεψε το μουλάρι και το όπλο ακόμα ζεστό ξεκίνησε να πάει στην Καρδίτσα να παραδοθεί. Δεν πίστευε ο Διοικητής πως ήταν δυνατόν να έχει κάνει το διπλό φονικό που περιέγραφε ο Βλάσσης, δεν του πέρασε χειροπέδες αλλά τον άφησε στο γραφείο να περιμένει την επιστροφή του, πήγε στο χωριό και γύρισε και απλά ρώτησε
-Καλά τα παιδιά σου δεν τα σκέφτηκες;
-Θα τα μεγαλώσει η Κρυστάλλω μαζί με τα δικά της.
Ειδοποιήθηκε η Κρυστάλλω να έρθει στο τμήμα, δεν είχε ακόμα καταλάβει το λόγο και όταν στο γραφείο του διοικητή είδε τον αδελφό της τρόμαξε, εκείνος με τα μάτια βουρκωμένα την παρακάλεσε να φροντίσει τα δίδυμα, να μην τα πάρουν σε ιδρύματα και χάσουν κάθε έννοια της οικογένειας και αυτός από την φυλακή θα εργαζότανε για όλους τους.
Στην αίθουσα του δικαστηρίου αντάμωσαν τελευταία φορά τα αδέλφια, η Κρυστάλλω μετά την πρώτη ταραχή δήλωσε στο δικαστήριο πως θα αναθρέψει τα παιδιά του αδελφού της μαζί με τα δικά της αλλά εκείνον δεν θέλει να τον ξαναδεί ποτέ και να εξαντλήσει όση αυστηρότητα παρέχει η ανθρώπινη δικαιοσύνη για τους φονιάδες. Το μεγάλο αγόρι του Μεμά ο Σοφός, τελείωνε τότε το δημοτικό, φώναζε σε όλη την διάρκεια της δίκης πως θα τον σκοτώσει να πάρει πίσω το αίμα του πατέρα του, μάταια προσπαθούσε να τον καλμάρει  η μάνα του, ώσπου τον βγάλανε έξω από την αίθουσα. Καταδικάστηκε ο Βλάσσης για τους φόνους (Δις εις θάνατον) και έξι μήνες αργότερα, μετατράπηκε σε (Δις ισόβια)  και μεταφέρθηκε στην φυλακή των Τρικάλων.
Στην φυλακή ο Βλάσσης ο φονιάς, ήταν ο καλλίτερος κρατούμενος που είχε περάσει ποτέ. Δουλευταράς και πειθαρχημένος έβγαζε χρήματα από τα εργόχειρα του, κυρίως από τις ξυλοτεχνικές του δημιουργίες, που πουλιόντουσαν σε κυρίες της αριστοκρατίας στην Αθήνα, που μάθαιναν η μια από την άλλη το λόγο του εγκλεισμού του καλλιτέχνη στις φυλακές και ενίσχυαν με αυτόν τον τρόπο τα ορφανά να σπουδάσουν. Εκτός από τα υλικά δεν ξόδευε απολύτως τίποτα, αρκούμενος σε όσα του παρείχε η φυλακή. Τα χρήματα μπαίνανε αυτόματα στην τράπεζα από όπου η αδελφή του τα εισέπραττε και μεγάλωνε τα τέσσερα ορφανά αγόρια.
Ο μεγάλος ο Σοφοκλής είχε μετά το δημοτικό εγκατασταθεί στα Ιωάννινα σε εκκλησιαστική σχολή με οικοτροφείο. Ερχότανε κάθε καλοκαίρι στο χωριό, σταμάτησε να μιλά για εκδίκηση και αίματα, ρωτούσε όμως κάθε φορά αν ακόμα είναι στα Τρίκαλα ο φονιάς ή τον πήγαν αλλού. Ο δεύτερος ο Αντώνης μετά το σχολειό γύρναγε στα χωράφια με τα βαμβάκια αλλά δεν φαινόταν να έχει διάθεση να δουλέψει, τα δίδυμα ήταν ακόμα μικρά και εξαιρετικά υπάκουα.
Αριστούχος ο Σοφοκλής μπήκε στην θεολογική της Θεσσαλονίκη το 1961 για να αποφοιτήσει πάλι αριστούχος τέσσερα χρόνια αργότερα. Του πρόσφερε η σχολή υποτροφία να συνεχίσει σπουδές στο εξωτερικό, εκείνος αρνήθηκε λέγοντας πως όσα έμαθε φτάνουν, τώρα ήρθε η ώρα των έργων. Αδιαφορώντας για τις αντιρρήσεις της μάνας του αποφάσισε να καλογερέψει στα Μετέωρα. Τότε δεν ήταν ακόμα τόσο ανεπτυγμένα τουριστικά, οι καλόγεροι ήταν λιγοστοί και τα περισσότερα ερείπια, από τα εικοσιτέσσερα μοναστήρια λειτουργούσαν τα πέντε. Σε ένα από αυτά πήγε ο Σοφοκλής, βρήκε δυο ηλικιωμένους μοναχούς οι οποίοι τον δέχθηκαν με αγάπη, εκτίμησαν τα προσόντα του και ζήτησαν από τον Δεσπότη στα Τρίκαλα να τον χειροτονήσει παπά για να τους λειτουργά. Αυτός δεν έφερε αντιρρήσεις,  ήθελε να επανδρώσει τα μοναστήρια του, έκειρε το Σοφοκλή μοναχό τον μετονόμασε Αβραάμ και τον χειροτόνησε διάκο και πρεσβύτερο. Κύλησαν δυο χρόνια ήσυχα στα οποία ο Αντώνης υπηρέτησε την θητεία του, και τα δίδυμα άρχισαν να δουλεύουν στα χωράφια του πατέρα τους. Με την επικράτηση της στρατοκρατίας απολύθηκε ο Αντώνης, δοκίμασε να καταταγεί στην χωροφυλακή δεν τον πήραν, δοκίμασε στην ΣΜΥ δεν είχε τα τυπικά προσόντα, στην Αγροφυλακή δεν πήγε να ρωτήσει καν, επειδή ακόμα δεν είχαν εκπληρώσει την υπόσχεση προς το πατέρα του. Ήταν τεμπέλης και λόγω του ότι χρειαζόντανε χαρτζιλίκι το αναζήτησε πρώτα στα καφενεία. Φυλούσε τσίλιες όταν έπαιζαν θανάση ή μπαρμπούτι. Άνοιγε περίπτερα την νύχτα να προμηθευτεί τα τσιγάρα του, έκλεβε πορτοφόλια στο λεωφορείο και εξελισσόταν σε κακοποιό στοιχείο, δεν έκανε όμως μεγάλες δουλειές. Μπήκε μερικές φορές στα κρατητήρια και έπιασε «φιλίες» με την χωροφυλακή, δέχθηκε να γίνει χαφιές και το απολάμβανε, δούλευε με σχέδιο. Τελικός στόχος η φυλακή στα Τρίκαλα, να βρει το Βλάσση τον φονιά, να πάρει πίσω το αίμα του πατέρα του, δεν το είχε εκμυστηρευτεί σε κανέναν, εκτός από τον αδελφό του, τον πατέρα Αβραάμ, που συχνά πυκνά τον αντάμωνε στο μοναστήρι.
Με την χούντα έγιναν και στην εκκλησία ανακατατάξεις, πρότειναν στον π. Αβραάμ να γίνει ηγούμενος στο μοναστήρι αλλά εκείνος αρνήθηκε, ισχυριζότανε πως δεν είχε τα προσόντα και έτσι φαινότανε, αφού εκτός από τις ατέλειωτες συζητήσεις που έκανε με τους επισκέπτες της Μονής δεν έκανε τίποτα άλλο και οι επισκέπτες μετά την χειροτονία του είχαν αυξηθεί κατακόρυφα, φημιζόταν για την ευστροφία και την καλλιέργεια του χαρακτήρα του.
Τον Αύγουστο του 1970 πέρασε στην φυλακή των Τρικάλων, πρώτη φορά την πύλη ο Αντώνης, αλλά οδηγήθηκε στην δεξιά πτέρυγα. Από το πλέγμα είδε το Βλάσση τον φονιά, τον Μπάρμπα του και απόρησε, είναι δυνατόν αυτό το ανθρωπάκι που έβλεπε να είχε κάνει δυο φονικά; Παρά τα χρόνια που είχαν περάσει δεν σταμάτησε ο Βλάσσης να δουλεύει εντατικά, κρατούμενοι έρχονταν και φεύγανε, αυτός ήταν μόνιμος. Είχε μάθει να ψέλνει και όποτε ερχότανε παπάς στην φυλακή, μαζί με άλλους δυο φρόντιζαν την εκκλησία και κάνανε χορωδία να τον ξελειτουργήσουν.
Τρείς μήνες έκανε στην φυλακή ο Αντώνης και παρά τις εκκλήσεις του δεν του αλλάζανε πτέρυγα. Το επόμενο χρόνο ξαναμπήκε πάλι στην ίδια πτέρυγα, άρχισε να απογοητεύεται. Την Τρίτη φορά που πέρασε την πύλη ήταν για την ασφάλεια του, είχε καρφώσει κάποιους που τον κατάλαβαν και τον κυνηγούσαν, η ασφάλεια τον έβαλε μέσα για να τον γλυτώσει. Μια Κυριακή ακουμπισμένος στο πλέγμα σκεφτότανε με ποιο τρόπο θα κατόρθωνε να περάσει στη άλλη πλευρά του πλέγματος. Έβλεπε από μακριά τον ναΐσκο και τους κρατούμενους να περιμένουν τον παπά να έρθει. Ένοιωσε έκπληξη όταν είδε πως ο παπάς αυτός ήταν ο αδελφός του. Μετά την απόλυση ο παπάς έκατσε στην αυλή και έπιασε κουβέντα με το ιδιόμορφο πλήρωμα. Πρώτη φορά λειτούργησε σε φυλακή. Συσταθήκανε σχεδόν όλοι ανάμεσα τους και ο Βλάσσης, όταν έσκυψε να φιλήσει το χέρι του παπά και είπε το όνομα του, εκείνος το τράβηξε απότομα πίσω και τον κοίταξε για λίγο στα μάτια. Αμέσως μετά έδωσε τέλος στην συνάντηση και κατευθύνθηκε προς τα κτίρια για να φύγει.
Την επόμενη μέρα ο Βλάσσης ζήτησε πρώτη φορά απαλλαγή εργασίας. Ο γιατρός την έδωσε αμέσως και τον κράτησε στο αναρρωτήριο. Ήρθε ο διοικητής της φυλακής να τον δει.
-Βλάσση δεν είσαι άρρωστος, αυτό φαίνεται, τι συμβαίνει λοιπόν;
-Κύριε Διοικητά, άρρωστος δεν είμαι αλλά μελλοθάνατος.
-Φουκαρά Βλάσση, τα πολλά χρόνια εδώ μέσα σε λώλαναν, θέλεις να σε στείλω αλλού; Είσαι καλός άνθρωπος, είσαι εδώ για ένα έγκλημα τιμής, δεν το ξεχνά κανείς αυτό, δεν σου φέρονται όλοι εντάξει;
-Δεν με καταλαβαίνεις Κύριε διοικητά, δεν με καταλαβαίνεις, θα πάω στην δουλειά μου μην ανησυχείς. Σηκώθηκε από το κρεβάτι να πάει να ετοιμαστεί, τον κράτησε από τον ώμο ο Διοικητής.
-Πάρε ρεπό σήμερα μην βγει ψεύτης ο γιατρός και αύριο βλέπουμε, αλλά μην διστάσεις να μου ζητήσεις ό,τι θέλεις.
Την άλλη μέρα εκτάκτως ήρθε ο παπάς στην φυλακή, είπε πως είχε ορισμένη διατεταγμένη υπηρεσία και να του στείλουν την ομάδα ευπρέπειας του ναού. Η ομάδα αυτή δεν ήταν άλλη από τους ψαλτάδες. Περπατούσε νευρικά από έξω από το ναΐσκο ο πάτερ Αβραάμ με σταυρωμένα τα χέρια,  όταν η ομάδα πλησίασε πήγε προς το μέρος της, αστραπιαία έβγαλε ένα μαχαίρι το κάρφωσε στην καρδιά του Βλάσση του φονιά, έπεσαν οι άλλοι δύο πάνω στον Παπά, αλλά ήταν αργά, έτρεξαν και άλλοι από μακριά και πέσανε όλοι απάνω στον πάτερ Αβραάμ και τον λυντσάρανε. Ήταν το πρώτο βίαιο επεισόδιο σε αυτήν την φυλακή από τον καιρό της τουρκοκρατίας. Τον κλάψανε πολύ τον Βλάσση τον φονιά όλοι οι φυλακισμένοι, η κηδεία διαβάστηκε σε εκείνον τον ναό και ήταν ο μοναδικός κρατούμενος που θάφτηκε μέσα στην φυλακή, πίσω από το ιερό του ναού. Τότε άρχισαν οι σκέψεις και τα σχέδια για το κλείσιμο της φυλακής στα Τρίκαλα, πίεζαν την κυβέρνηση τότε να δείξει φιλελεύθερη διαγωγή, αλλά δεν το κατάφερε, η μεταπολίτευση ήρθε και άλλαξε τα σχέδια, χρησιμοποιήθηκε η φυλακή για λίγο καιρό ακόμα φιλοξενώντας τα περίφημα σταγονίδια.

Η Κρυστάλλω ξαναφόρεσε τα μαύρα και βρήκε αποκούμπι στα ανίψια της,  που τα ανέθρεψε χωρίς να τα ξεχωρίσει από παιδιά της και εκείνα την γηροκόμησαν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου