Τετάρτη 22 Μαρτίου 2017

Για την σημαία (Ο καστανάς και η Σημαία)


Χθες βρέθηκα στο βιβλιοπωλείο και το είδα στολισμένο με πολλές σημαίες. Εντυπωσιάστηκα και θέλησα να μάθω την αιτία αλλά αμέσως μου ήρθε στο νου η επικείμενη εορτή της παλιγγενεσίας.
Σχεδόν διακόσια χρόνια πέρασαν από τότε που πήραν τα’ άρματα για «του Χριστού την πίστη την Αγία και της Πατρίδος την Ελευθερία». Ένα λάβαρο ήταν αρκετό να εκπροσωπήσει την χώρα που αναζητούσε την ανεξαρτησία της για να εξελιχθεί σε σημαία  της Ελεύθερης Ελλάδος. Την τιμούσαν οι Αγωνιστές όπως τις εικόνες, γιατί αν «Επι το πρωτότυπον διαβαίνει η προσκύνηση» έτσι και «Επι το πρωτότυπον διαβαίνει η τιμή». Ένα κομμάτι ξύλο ζωγραφισμένο ή ένα πανί είναι αρκετά για φανερώσουν τα ιδανικά του γένους μας.

Τι φταίει άραγε και τα ιδανικά ευτελίζονται; Θα μπορούσα να αναφέρω πολλούς λόγους, όμως ο κυριότερος είναι η απουσία των ιδανικών. Έχουμε στην εποχή μας ισοπεδώσει τα πάντα. Δεν θεωρούμε πλέον καθήκον την απόδοση τιμών σε κανένα και για κανένα λόγο. Όμως θυμάμαι όχι πολύ παλιά, όταν ο Κωνσταντίνος Τσάτσος ορκίστηκε πρώτος πρόεδρος της  μεταπολιτευτικής Ελληνικής Δημοκρατίας, όντας Φαντάρος ήμουν στην ομάδα που έριξε τους 21 κανονιοβολισμούς από τον Λυκαβηττό. Τιμώντας την Πατρίδα στο πρόσωπο του Προέδρου της. Η σημερινή ιστορία είναι ένα πραγματικό γεγονός και θυμάμαι πως μου το είχε διηγηθεί ένας Γέροντας που έφυγε από τον μάταιο τούτο κόσμο πριν από αρκετά χρόνια. Την είχα ξεχάσει αλλά χθες την είδα δημοσιευμένη και σκέφτηκα να την μοιραστώ με τους αναγνώστες του «Πυθαγόρα»

Ο καστανάς και η Σημαία
Υπό Αιδεσιμολ. Δημητρίου Λυμπεροπούλου
Εφημερίου Ιερού Ναού Προφήτου Ηλιού Τριπόλεως


Όντως είναι μιά όμορφη εποχή ο χειμώνας. Με τα δένδρα αειθαλή και φυλλοβόλα, είναι ό,τι πιό όμορφο τοπίον. Σκούρα πράσινα με πυκνά φυλλώματα, πλάι σε στεγνά από φύλλα και χυμούς κλαδιά. Άλλοτε στολισμένα με στρώμα χιονιού. Παγωνιά. Το ξεροβόρι να ξυρίζει όπως λένε το πρόσωπον.
Έτσι, ετοιμάζονται οι πλανώδιοι καστανάδες, να αρχίσουν την δουλειά τους να ψήνουν κάστανα. Παίρνουν τα σύνεργά τους, έναν μικρόν πάγκον, την μεγάλην φουφού, την τσιμπίδα, το σακκί με τα κάστανα, και φθάνουν στις πλατείες και στις γωνίες των δρόμων των πόλεων. Εκεί στήνουν το πρόχειρο μαγαζάκι τους. Ανάβουν τα κάρβουνα, πέφτει η θράκα και αρχίζουν να ψένουν. Οι διαβάτες περνούν και παίρνουν τα ζεστά κάστανα.
Θυμάμαι την δεκαετίαν του 1950, κάθε Σάββατον πρωί στην λαικήν αγοράν στην πλατεία Βαλτετσίου Τριπόλεως, σε μιά πρόχειρη παράγκα με τσίγκους, κάτω στο χώμα, άναβε ο μπάρμπα Κώστας ο καστανάς τη φωτιά με ξύλα, έβαζε την σιδεροστιά, επάνω ένα μικρό καζάνι με νερό και έβραζε τα κάστανα. Τα έβαζε σε ένα καλάθι και άρχιζε να διαλαλή την πραμάτεια του: τα μαρώνια, τα μπομπόλια, καίνε και αχνίζουνε.
Εύλογος η ερώτησις. Τι σχέση έχει ο καστανάς με την Σημαία;
Την απάντηση την δίδει το κείμενον που ακολουθεί. Το ανέσυρα από το παλιό μου αρχείον, και το παραθέτω αυτούσιον."Τα ‘δωσα και τα δύο εις την πατρίδα". Ήμουν εις το ναυτικόν το 1952 και ευρισκόμουν εις την Πλατείαν Κλαυθμώνος, όχι όπως είναι σήμερα. Οι νεώτεροι δεν γνωρίζουν παρά πολλά από τα παλαιά και απορούν οπόταν ακούν ορισμένα γεγονότα του τότε. Εκείνην την στιγμήν έπεφτε ο ήλιος και θα γνωρίζετε ότι με την δύσιν του, γίγνεται υποστολή της σημαίας. Τότε το Υπουργείον Ναυτικού ήταν εκεί και η σημαία εκυμάτιζε ακόμα εις το κτίριον. Σήμερα είναι άλλες υπηρεσίες του Ναυτικού.
Τότε πάντα κάθε πρωί, θα θυμούνται οι παλαιοί, γινόταν έπαρσις σημαίας και εσταματούσαν τα πάντα, όπως και εις την δύσιν του ηλίου γινόταν υποστολή. Ήταν στιγμές ωραίες, απίθανες που εζούσαν τότε οι άνθρωποι. Το άγημα αποδόσεωςτιμών εις τον χώρον του, και ακούμε τον σαλπιγκτή να δίδη το σύνθημα δια την υποστολήν της σημαίας. Το άγημα παρουσιάζει όπλα. Ο αξιωματικός χαιρετά και παίζεται ο Θούριος. Όλοι οι παριστάμενοι εκεί και οι περαστικοί, όπως και εγώ εσταθήκαμε εις στάσιν προσοχής. Αποδίδεις με αυτόν τον τρόπο την τιμήν εις το ιερόν μας σύμβολον, εις την γαλανόλευκην σημαίαν. Την στιγμήν που ο αρμόδιος αξιωματικός χαιρετά, η ματιά του πέφτει λοξά και βλέπει κάτι παράξενον, και η ψυχή του ταράζεται, μ’ αυτό, που θα σας πω παρακάτω.
Όταν ετελείωσε η διαδικασία της υποστολής της σημαίας, οι διαβάτες συνεχίζουν τον δρόμο τους, ενώ εγώ παρέμεινα από συνήθειαν λίγοι ακόμα. Τότε βλέπω τον νεαρόν αξιωματικόν να κατευθύνεται θυμωμένος πρός ένα γεροδεμένον πλανόδιον καστανά. Βλέπετε τότε η πλατεία ήταν κενή και εις τας γωνίας ήταν πάντα στιλβωτές (λούστροι) και καστανάδες, που μας λείπουν τώρα. Και του είπε: «διατί δεν εσηκώθηκες όρθιος δια να τιμήσης την σημαίαν μας. Δεν έχεις φιλότιμον κ.λπ.». Ό άνθρωπος έμεινε βουβός, ενώ εγώ παρηκολούθησα έντρομος και φοβερά συγκλονισμένος το τι έγινεν. Μετά βλέπω τον καστανά ότι έγινε κατακόκκινος και άρχισε να τρέμη. Ήθελεν να φωνάξη, αλλά τον είδα με έκπληξιν να συγκρατείται, σκύβοντας το κεφάλι του και να αρχίσει να κλαίει με λυγμούς. Όμως συνήλθεν γρήγορα, εσκούπισεν τα δάκρυά του και με την δύναμιν των χεριών του (που ήταν γερά) εστύλωσεν το σώμα του δυνατά, έσπρωξεν τον πάγκον με τα κάστανα μπροστά και εφώναξεν με όλην την ψυχήν του εις τον νεαρόν αξιωματικόν δυνατά «πως να σηκωθώ κύριε; Της τα έδωσα της πατρίδας μου και τα δύο». Και σηκώνοντας τα μπατζάκια του παντελονιού, εφάνηκαν δυό πόδια κομμένα, πάνω από τα γόνατα. Και ξανάρχισεν να κλαίη. Ο κόσμος, όπως και εγώ γύρω του, έκλαιγεν και χειροκροτούσεν, όμως περισσότερον από όλους έκλαιγεν ο νεαρός αξιωματικός.
Έχουν περάσει περίπου 60 χρόνια. Ποιός ξέρει τι να γίγνεται. Εκείνην την στιγμήν πάντως έγινεν κάτι το αλησμόνητον, μια φοβερή σκηνή. Ο αξιωματικός σκύβει και αγκαλιάζει και φιλά τον καστανά, και εις την συνέχειαν στέκεται ευθυτενής μπροστά εις τον ήρωα, φέρνει το δεξί χέρι εις την άκρην του γείσου του πηλικίου του και τον χαιρετά στρατιωτικά. Του απονέμει «τας κεκανονισμένας τιμάς» που δεν ημπόρεσεν εκείνος τυπικά να αποδώση εις την σημαίαν μας, διατί της εχάρισεν τα δύο πόδια του εις τα βορειοηπειρώτικα βουνά μας, δια να ημπορή να κυματίζει σήμερα ψηλά η κυανόλευκη σημαία μας, εις ελεύθερην πατρίδα.
Και οι άλλοι, οι πολλοί να ημπορούν να πηγαίνουν με γρήγορον βήμα εις την ειρηνικήν απασχόλησίν τους, χωρίς να γνωρίζουν ότι περπατούν μπροστά από ένα ήρωα του αλβανικού μετώπου, τον Έλληνα ήρωα πολεμιστήν, όποιον επάγγελμα και να ‘χη. Άλλοι δεν μιλούν, άλλοι όμως ειρωνεύονται. Δι’ αυτό οι νέες γενιές πρέπει να μάθουν, να διδαχθούν από την οικογένειαν και από το Σχολείον δια το έπος του 1940.
Δημήτριος Ντούλιας Πλωτάρχης Π. Ν.έ ά.
Η Σημαία σύμβολον των ιδανικών και των αξιών του Έθνους, απόδειξις της υπάρξεως και της ανεξαρτησίας του. Το αντίθετον όμως όταν υποσταλούν και εξαφανιστούν. Θέλουμε τη Σημαία μας, περήφανα να κυματίζει ψηλά στον ιστό της, με τον Σταυρόν στην κορυφήν, που δυστυχώς τον έχουν καταργήσει ανθέλληνες πολιτικοί. Η γαλανόλευκη, προπομπός στις παρελάσεις, να επαναφέρουμε στη μνήμη του λαού, τους αγώνες και τις θυσίες των προγόνων μας, για την απελευθέρωσιν της δοξασμένης μας Πατρίδος από τους εκάστοτε κατακτητάς. Το Ιερόν τούτο σύμβολον, το τιμημένο τούτο πανί, που έστηναν οι φαντάροι μας νικηταί στα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας το Έπος του 1940, κει όταν τα ελληνικά χωριά της βορείου Ηπείρου υποδέχονταν τον Στρατό μας νικητή, πλημμυρισμένα στην γαλανόλευκη.
Θυμάμαι τα παλιά εκείνα χρόνια, την παραμονή των Εθνικών Επετείων, περνούσε ο χωροφύλακας και κτυπούσε με το ρόπτρον την πόρτα της εισόδου του σπιτιού. Έβγαινε η οικοδέσποινα να ιδεί ποιος είναι. (βλέπετε τότε δεν υπήρχαν θυροτηλέφωνα). Απαντούσε ο χωροφύλακας, παρακαλώ κυρία μου να τοποθετήσετε τη Σημαία στο μπαλκόνι σας. Και να, σε λίγες ώρες η μικρά τότε Τριπολιτσά σε πληθυσμόν (15.000 κάτοικοι), ήταν ντυμένη στην γαλανόλευκη. Δυστυχώς σήμερα οι θιασώτες της στυγνής Παγκοσμιοποιήσεως, επιθυμούν να μείνουν τα έθνη χωρίς αξίες και ιδανικά.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου