Πέμπτη, 2 Μαρτίου 2017

Τα ναυάγια


Μέρος Α΄.

το) ουσ. (Κ ναυάγιον) πλοίο που έχει βυθιστεί ή προσαράξει σε αβαθή, ή σε σημείο της ακτής και δεν μπορεί να πλεύσει
λείψανο βυθισμένου, ή σύντριμμα τσακισμένου πλοίου
(μτφ.) καταστροφή, πλήρης αποτυχία
(μτφ.) άνθρωπος ξεπεσμένος οικονομικά, ή ηθικά.

Αυτή την μεταφορική εξήγηση παρέχει το Μείζον Ελληνικό Λεξικό και με αυτή περιγράφω συνοπτικά τις σχέσεις τεσσάρων συμμαθητών της δεκαετίας του 1960, που για αρκετά χρόνια αργότερα αντάμωναν στην ταβέρνα του Πέτρου στον Βύρωνα.

Η ταβέρνα του Πέτρου ήταν από εκείνα τα μαγαζιά που σήμερα εκλείπουν. Τραπεζάκια φορμάικα, καρέκλες ψάθινες, 6 μεγάλα βαρέλια κρασί, 5-6 γάτες στα πόδια των φίλων, (δεν είχε πελάτες, μόνο φίλους), σε κάθε τραπέζι και ένα ποτήρι του Πέτρου, έπινε με όλες τις παρέες, και μια πινακίδα ξύλινη ξεβαμμένη κρεμασμένη απ’ έξω «Οινομαγειρείον ο Πέτρος».
Την είχε πάρει προίκα μαζί με την Πέτρενα, κανείς δεν νοιάζονταν να τη φωνάξει ποτέ Ελένη, που του χάρισε επτά κόρες. Η Πέτρενα κουμαντάριζε τη ταβέρνα, τα κορίτσια σέρβιραν, όποτε ο Πέτρος ήταν φυλακή. Δύσκολα χρόνια για να έχει κανείς πολιτικά φρονήματα και ελευθερία λόγου. Η φυλακή και η εξορία ήταν συνηθισμένη κατάσταση για τον Πέτρο και τους πελάτες του.
Πάνω στο ψυγείο υπήρχε μια ψωμιέρα αλουμινένια, που χρησίμευε ως κουμπαράς. Ένα χαρτί έγραφε για ποιο λόγο μαζεύονταν κάθε φορά τα χρήματα. Όλοι συνεισέφεραν, άλλος λίγο, άλλος περισσότερο, ανάλογα με το μεροκάματο της ημέρας, διότι όλοι τους ήταν μεροδούλι μεροφάι. Λογάριαζαν ακόμα, πως αύριο ίσως θα είχανε ανάγκη την ψωμιέρα αυτή.
Κάθε χρόνο στις 29 Ιουνίου γέμιζε η ταβέρνα, γιόρταζε ο Πέτρος και κερνούσε όλους όσους έμπαιναν. Σπάνια έλλειπε κανείς από τους τακτικούς θαμώνες, γιατί εκείνη την ημέρα κάνανε και προσκλητήριο να βρούνε τους αδικαιολογήτως απόντες. Μετά την μεταπολίτευση η φυλακή δεν ήταν δικαιολογία.
Τέτοια μέρα, καλοκαίρι 1985 και μετά από τρία χρόνια απουσίας, βρέθηκε ο Βαγγέλης. Το χαρτί πάνω στην ψωμιέρα έγραφε, «χρειάζονται για τα εισιτήρια».
Ο Βαγγέλης ήταν ένα από τα τέσσαρα παιδιά, συμμαθητές που έμεναν σε μια αυλή. Μαζί με τον Σπύρο, τον Θεοδόση και τον Γιάννη κάνανε όνειρα και σχέδια πως θα κατακτήσουν τον κόσμο, πως θα γίνουν μεγάλοι και τρανοί. Όλα τα παιδιά άλλωστε τα ίδια όνειρα κάνουν σε όλες τις εποχές. Μετά το δημοτικό στο κυνήγι του μεροκάματου, με κάθε τρόπο να βοηθήσουν την οικογένεια να ορθοποδήσει, να φύγουν από την αυλή, να πάνε σε διαμέρισμα, να έχει η οικογένεια δικό της αφοδευτήριο. Οι αυλές τότε λιγόστευαν με τις αντιπαροχές και οι εξώσεις ήταν συνηθισμένο φαινόμενο.
Ο Θεοδόσης γρήγορα συμβιβάστηκε με το κατεστημένο, έπιασε δουλειά σ’ ένα εμπορικό, μετά σε βενζινάδικο και τέλος στο υαλοπωλείο του Εβραίου και έκανε θελήματα διάφορα μεταφέροντας τα ψώνια, ή μαζεύοντας τα βερεσέδια. Άλλοτε τοποθετούσε κεραίες τηλεοράσεως και άλλοτε φιάλες υγραερίου εξασφαλίζοντας με αυτόν τον τρόπο το μεροκάματο.
Ο Γιάννης δεν ήθελε αφεντικά στο κεφάλι του, προσπαθούσε να τα οικονομήσει πουλώντας αναψυκτικά στον κινηματογράφο το βράδυ, ή λαχεία την ημέρα. Θεωρούσε έτσι πως είναι ανεξάρτητος και αφεντικό.
Ο Σπύρος δεν είχε μόνιμη απασχόληση, γύρναγε γύρω-γύρω στα καφενεία, και τον έπαιρναν οι μαστόροι στην οικοδομή να κουβαλά νερό, να καθαρίζει και να βοηθά όπου χρειάζεται. Πολλές φορές ακολουθούσε τον Ναπολέοντα τον φορτηγατζή, που έκαμε μετακομίσεις και έκανε τον χαμάλη.
Ο Βαγγέλης τέλος μεγάλωνε και ψαχνότανε, χανόταν μέρες και κανείς δεν ήξερε που βρίσκονταν. Πακέτα με χαρτιά μετέφερε και πάντα λίγα χρήματα στην τσέπη του υπήρχαν. Πέρναγε από κάποια περίπτερα και οι περιπτεράδες του δίνανε τσιγάρα τζάμπα. Και στου Πέτρου την ταβέρνα είχε το ελεύθερο να τρώει και να κερνά όποιον νόμιζε. Ήταν ομοϊδεάτης του ταβερνιάρη και ποιος ξέρει ίσως να γίνονταν και γαμπρός του. Νύχτα κυκλοφορούσε και πολλές φορές πέρασε από την Ασφάλεια και έφαγε τις σφαλιάρες του. Άνοιγε μαγαζιά και περίπτερα παίρνοντας όσα θεωρούσε εκείνος πως του αναλογούσαν με βάση την θεωρία της κοινοκτημοσύνης, -τα αγαθά έλεγε είναι κτήμα όλου του λαού όχι των ολίγων-. Διάβαζε και διένειμε φυλλάδια απαγορευμένα και καλούσε όποιον έβλεπε να αλλάξουν τον κόσμο.
Στα 1969 και οι τέσσερεις μαζί πήγανε φαντάροι. Έτυχε να είναι εκείνη η χρονιά που η αυλή τους δόθηκε για να γίνει πολυκατοικία. Τριάντα έξι μήνες υπηρεσία στην πατρίδα και επέστρεψαν στον Βύρωνα και στην ταβέρνα του Πέτρου που λογαριάζονταν δικοί και φίλοι λόγω του Βαγγέλη. Ο Πέτρος τους περιποιόταν ιδιαίτερα, είχε 7 κορίτσια να παντρέψει.
Ο χαρακτήρας του καθενός ήταν αυτός που καθόρισε και τις κινήσεις τους από εδώ και ύστερα. Ο Θεοδόσης χωρίς δυσκολίες, με καθαρό μητρώο εύκολα πήρε άδεια από την Δ.Ε.Μ.Ε. Διαμεταναστευτική Επιτροπή και έφυγε για το Βέλγιο. Θα γινότανε λέει μεταλλωρύχος, στην ουσία πήγαινε για να δουλέψει στις στοές, αλλά δεν το καταλάβαινε.
Ο Γιάννης χρεώθηκε και πήρε ένα αυτοκίνητο, έφτιαξε αυτοσχέδιους πάγκους, το φόρτωσε παιχνίδια και κασέτες, μπαταρίες, αναπτήρες και άλλα ψιλικά, από όσους τον πίστωναν, γύρναγε στα πανηγύρια και στα παζάρια σε όλη την Ελλάδα και έγινε αφεντικό. Νοίκιασε ένα υπόγειο στο Παγκράτι, που ήταν μαζί και αποθήκη και σπίτι για να μένει.
Ο Σπύρος δεν άλλαξε καθόλου. Στα καφενεία γύριζε να βρει το μεροκάματο, δεν τον προτιμούσαν, γιατί του άρεσε η κουβέντα. Μετέφερε και ερμήνευε καλλίτερα αυτά που ο Βαγγέλης δίδασκε. Δούλευε σερβιτόρος, γνώριζε κόσμο και έκανε γνωριμίες. Στην οργάνωση είχε εξέλιξη διότι ήταν οργανωτικός. Στα Τουρκοβούνια άνοιξε ένα μαγαζί οικιακών ειδών, πλαστικές λεκάνες και κουβάδες, σκούπες και φαράσια ήταν γεμάτο. Στην ουσία ήταν ο τόπος συγκέντρωσης των αντικαθεστωτικών, μακριά από το κέντρο.
Και ο Βαγγέλης συνέχιζε τις μικροδιαρρήξεις και την διανομή φυλλαδίων. Αρκετές φορές έκανε φυλακή, πέρασε και από το ΕΑΤ ΕΣΑ πήγε και δύο φορές στην Ικαρία εξορία, αλλά υπήρξε πάντα αμετανόητος ιδεαλιστής.
Ήρθε η εποχή της Νομικής και του Πολυτεχνείου αργότερα, ο Βαγγέλης στην πρώτη γραμμή, ο Σπύρος παραπίσω, ο Γιάννης σε κάποιο πανηγύρι θα ήτανε πάντα, κυνηγούσε απεγνωσμένα το μεροκάματο, είχε ήδη παντρευτεί και περίμενε παιδί. Έτσι τους βρήκε και η μεταπολίτευση. Μετά την νομιμοποίηση των κομμάτων, άρχισαν να οργανώνονται.
Ο Σπύρος άρχισε τον αγώνα για την αλλαγή, του άρεσε η δουλειά που του ανάθεσαν, δουλειά καφενείου την λέγανε. Γύρναγε στα καφενεία και σχολίαζε την πολιτική κατάσταση, δημιουργούσε εντάσεις και έφευγε. Προσπαθούσε να περάσει το μήνυμα πως ο αγώνας συνεχίζεται, ήτανε ιδεαλιστής και πατριώτης, μα δεν ήταν ρεαλιστής.
Αντίθετα ο Γιάννης άρχισε να αγανακτεί, κουραζότανε πολύ, και προκοπή δεν έβλεπε. Αφεντικό νόμιζε πως ήταν, αλλά τα χρέη τον πνίγανε, δεν περίσσευαν χρήματα για τις εισφορές της ασφάλειας και μένανε ανασφάλιστοι όλη η οικογένεια. Αυτός δηλαδή η γυναίκα και το μωρό. Έψαχνε για δουλειά σε μαγαζιά, μα δεν εύρισκε. Εργάτης σε οικοδομή, ούτε που το συζητούσε. Άφηνε λοιπόν την γυναίκα στο υπόγειο και γύρναγε στα παζάρια της επαρχίας. Η απογοήτευση που τον κυρίευε τον οδήγησε σιγά-σιγά σε παρέες κακές, αλλά συνηθισμένες σε περιοδεύοντες μικροπωλητές. Για πλάκα στην αρχή δοκίμασε να φουμάρει χασίς, του άρεσε και συνέχισε μέχρι που έγινε εξαρτημένος από τον προμηθευτή του και κατάντησε «βαποράκι» του. Σκεφτότανε ακόμη να κάμει και δικιά του φυτεία, αλλά δεν το τόλμησε ποτέ.
Ο Βαγγέλης ανήσυχο πνεύμα, δεν ησύχασε. Γρήγορα τον κουράσανε τα κόμματα και αυτός τους κομματικούς, του αναθέτανε συνέχεια την αφισοκόλληση και αυτός αντιδρούσε, έτσι τον διώξανε, δεν τον είχαν ανάγκη πλέον. Ήτανε όλα νόμιμα. Οι παράνομοι ήταν βαρίδι στην επικοινωνία με τους πολλούς. Αυτός έκαμε ότι ήξερε να κάνει. Διαρρήξεις στα περίπτερα και στα μαγαζιά. Που και που κανένα μεροκάματο στις μετακομίσεις και κάθε βράδυ γύρναγε στο κέντρο της Αθήνας, να μαζέψει νέα και πληροφορίες από πρώτο χέρι. Μπαινόβγαινε στην φυλακή, αλλά είχε καλή αντιμετώπιση, παλιός γνώριμος που για να γλυτώσει λίγες σφαλιάρες στο κρατητήριο είχε καταντήσει χαφιές.
Αντάμωναν στου Πέτρου την ταβέρνα τακτικά οι τρείς, ακούγανε στο Τζου Μπόξ τον Βιολάρη να τους τραγουδά «ήτανε Θεέ μου μια φορά τρείς νέοι τρεις φίλοι τρία παιδιά» και αναζητούσαν το Θεοδόση. Απαραίτητη ήταν πάντα η συνάντηση του Ιουνίου στην γιορτή του Πέτρου, επειδή γινότανε προσκλητήριο.
Έτσι κυλούσανε τα χρόνια μέχρι την συνάντηση του 1981, όταν στο συνηθισμένο τραπέζι των φίλων προστέθηκε και πέμπτο ποτήρι, ήταν για τον Θεοδόση που γύρισε. Η παρέα χωρισμένοι στα δύο, οι μεν Σπύρος και Βαγγέλης αισιόδοξοι για τα επερχόμενα και ο Θεοδόσης με τον Γιάννη απογοητευμένοι πλήρως. Ο Θεοδόσης γύρισε, αλλά όχι αρτιμελής, είχε αφήσει το αριστερό του χέρι σε κάποιο μηχάνημα πάνω. Τα πνευμόνια του ήταν μαύρα από το κάρβουνο και ο βήχας τον έκανε να μιλά σαν ατμομηχανή. Η σύνταξη που του έδωσε η εταιρεία πενιχρή, δεν επαρκούσε ούτε για τα βασικά αγαθά, έτσι έκανε θελήματα για να συμπληρώσει όσα του έλειπαν. Ο Γιάννης, σωστό ερείπιο από την χρήση του χασίς, αφ’ ενός και αφ’ ετέρου απ’ τον καημό που τον παράτησε η γυναίκα και έφυγε με το παιδί, χωρίς να ξέρει που βρίσκονταν.
Στην αντίπερα όχθη ο Βαγγέλης εξαιρετικά ευδιάθετος, ετοίμαζε την μεγάλη δουλειά και θα αποσυρόταν να τρώει μια ζωή. Ο στόχος αυτή την φορά ήτανε τράπεζα και η λεία περίπου δυο εκατομμύρια δραχμές, αλλά δεν θα ήτανε μόνος. Ο Σπύρος τέλος αισιόδοξος για την αλλαγή που κοντοζυγώνει, η ελευθερία και η καταξίωση είναι σχεδόν χειροπιαστές. Έχει με τους συντρόφους του από τώρα μοιραστεί τα πόστα και αξιώματα. Εκείνου του αναλογεί μια θέση στην ΥΠΕΔΑ. Τότε θα μπορεί να βοηθά τους φίλους του, μια και ήταν πάντα ιδεολόγος και αγνός αγωνιστής.
Ήταν όμως η τελευταία φορά που έσμιξαν οι τέσσερεις μαζί στην ταβέρνα του Πέτρου. Την επόμενη φορά ο Βαγγέλης έλειπε. Τι είχε γίνει; Έκανε την μεγάλη δουλειά στην Τράπεζα. Σε συνεννόηση με κάποιον τραπεζικό που τον διευκόλυνε στην διάρρηξη μπήκε μέσα, πήρε τον σάκο με τα χρήματα όπως ήτανε σχεδιασμένα και έφυγε χωρίς κανένα απολύτως πρόβλημα. Πασίχαρος έτρεξε στο σπίτι του, για να μοιραστούν την λεία με τον τραπεζικό, αλλά τον περίμεναν οι αστυνομικοί. Συνελήφθη επί τόπου, μετρηθήκαν τα χρήματα σωστά δύο εκατομμύρια και τότε άρχισαν οι σφαλιάρες βροχή, να τους πει που έκρυψε τα υπόλοιπα οκτώ που έλειπαν.
Ο έλεγχος στην τράπεζα έδειχνε να λείπουν δέκα εκατομμύρια. Στο δικαστήριο ο τραπεζικός ήτανε απόλυτος, λείπουν δέκα, τα υπόλοιπα οκτώ πρέπει να βρεθούν. Και ο Βαγγέλης καταδικάστηκε σε πολλά χρόνια φυλακή και ας φώναζε πως έπεσε και αυτός θύμα κάποιου μεγαλύτερου απατεώνα. Το μητρώο του δεν τον βοηθούσε καθόλου, ήτανε αρκετά επιβαρημένο. Στις φυλακές των Τρικάλων ορίστηκε να εκτίσει την ποινή του και εκεί οδηγήθηκε.
Το τελευταίο ναυάγιο της παρέας, ο Σπύρος, μόλις επιτέλους ήρθε η πολύ αναμενόμενη αλλαγή. Δεν διορίστηκε όπως προγραμμάτιζε στην ΥΠΕΔΑ, αντιθέτως αυτή η υπηρεσία άρχισε τους εξονυχιστικούς ελέγχους στο μαγαζί στα τουρκοβούνια και επειδή δεν ήταν και καθ’ όλα νόμιμο το έκλεισε. Στις διαμαρτυρίες του απάντησαν με προσφορά μια θέσεως οδοκαθαριστή, για να οργανώσει τους οδοκαθαριστές και αυτός την απέρριψε. Τον διαγράψανε από τις οργανώσεις και βρέθηκε και αυτός σαν όλους τους αγνούς αγωνιστές έξω από το σύστημα.
Μέρος Β΄.
Την επόμενη χρονιά 1982 αντάμωσαν οι τρείς, ακούγανε στο Τζου Μπόξ τον Βιολάρη να τους τραγουδά «ήτανε Θεέ μου μια φορά τρείς νέοι τρεις φίλοι τρία παιδιά» και αναζητούσαν τον Βαγγέλη, ο οποίος, όπως έμαθαν από τις εφημερίδες, είχε αποδράσει από την φυλακή και τον καταζητούσε η αστυνομία. Τον περιμένανε, ήτανε σίγουροι πως θα έρθει. Το ίδιο σίγουρος και ο αστυνόμος, που έστειλε από νωρίς το όργανο του να περιμένει, αλλά άδικα περίμεναν όλοι τους. Ο Βαγγέλης δεν ήρθε, ούτε εκείνη την χρονιά ούτε την επόμενη.
Έτσι φτάσαμε στο 1985, να βρίσκεται πάνω από την αλουμινένια ψωμιέρα, ανακοίνωση πως βρέθηκε ο Βαγγέλης και χρειάζονται χρήματα για τα εισιτήρια. Οι πιο πολλοί υπέθεταν πως τα εισιτήρια αφορούσαν την επιστροφή του Βαγγέλη και ευχαρίστως έριχναν τον οβολό τους. Ο Πέτρος όταν κάθισε στο τραπέζι τους, τα έπαιρνε όλα με την σειρά, τους είπε το μυστικό. Ο Βαγγέλης κρύβεται στο Άγιον όρος και πρέπει να τον προλάβουμε πριν κάνει καμιά τρέλα και καλογερέψει. Αποφάσισαν οι φίλοι την άλλη μέρα κιόλας να φύγουν να πανε να τον βρουν. Μετρήσανε τα χρήματα, πήραν λίγα ρούχα μαζί τους και ξεκίνησαν για τον σταθμό Λαρίσης, να πάρουν το νυχτερινό τρένο για την Θεσσαλονίκη.
Δέκα και παραπάνω ώρες έκανε την διαδρομή η αμαξοστοιχία και οι τρείς φίλοι δεν άλλαξαν κουβέντα. Καπνίζανε συνεχώς ακούγοντας το μονότονο ήχο που βγάζανε οι ρόδες τριβόμενες στις ράγες. Πρωί έφτασαν και μόλις αποβιβάστηκαν, γύρεψαν πληροφορίες και σε λίγο βρισκόντουσαν στην αφετηρία των λεωφορείων για Ουρανούπολη. Πρόλαβαν να πιούνε καφέ και το ταξίδι τους συνεχίστηκε, δεν νοιώθανε καθόλου κόπο, νύστα, ή πείνα. Αγωνιούσανε να δουν το Βαγγέλη. Απογοήτευση τους περίμενε στην Ουρανούπολη. Το καράβι για να μπούνε μέσα είχε φύγει και το επόμενο ήταν την άλλη μέρα. Κατέλυσαν σε ένα ξενοδοχείο και το έρριξαν στον ύπνο. Το απόγευμα τους έκοψε η πείνα και στο φαγητό πάνω, άρχισαν να κουβεντιάζουν, να αναλύουν την κατάσταση και να σχεδιάζουν τι θα του πουν όταν τον δουν.
Άσχετοι τελείως με το Άγιον όρος και την νοοτροπία του, είχαν μόνο ένα όνομα, παπά Ισίδωρος, στην νέα σκήτη. Αυτός θα τους βοηθούσε.
Το καφενείο ήταν γεμάτο από ένα ετερόκλητο πλήθος, καλόγεροι, νέοι και ηλικιωμένοι, εργάτες, νεαροί προσκυνητές κουβεντιάζανε όλοι μαζί. Πλησίασαν ένα μοναχό που ήταν μόνος του να τον ρωτήσουν για τον Ισίδωρο και πώς να τον βρουν. Και μόλις του απεύθυναν το λόγο, εκείνος σηκώθηκε και έφυγε. Πλησιάσανε ένα δεύτερο και πριν ανοίξουν το στόμα τους έδωσε τρία κομποσκοίνια και τους είπε «κάντε ευχή». Ο Σπύρος νευρίασε λίγο και κατευθύνθηκε σε μια παρέα μοναχών, ήταν πέντε μαζεμένοι γύρω από έναν μεγαλύτερο σε ηλικία και τον ακούγανε να αγορεύει.
–Πάτερ να διακόψω για λίγο; Ευγενικά προσπάθησε να πιάσει κουβέντα και η απάντηση τον προσγείωσε απότομα.
–Όχι να μην με διακόψεις, κάτσε κάτω και μάθε να κάνεις υπακοή.
«Τι κόσμος είναι αυτός αναρωτήθηκε;» Και γύρισε στους άλλους «τα πράγματα δύσκολα τα βλέπω.» Με αυτό το συμπέρασμα γύρισαν στο ξενοδοχείο απογοητευμένοι και απαισιόδοξοι για την τελική έκβαση του εγχειρήματος. Στην σάλα του ξενοδοχείου καθόταν ένας ακόμα μοναχός, ηλικιωμένος με ένα μπογαλάκι μπροστά του. Όταν μπήκανε μέσα, τους κάλεσε να πάνε κοντά του.
-Παιδιά μου κάτι θέλετε να μάθετε; Πήρε θάρρος ο Σπύρος,
-Θέλουμε να πάμε στο παπά Ισίδωρο, στην νέα σκήτη
-Αν μου πληρώσετε το δωμάτιο απόψε να μείνω, επειδή δεν έχω χρήματα, αύριο θα σας οδηγήσω εγώ στον παπά . Αγρίεψε ο Σπύρος:
-Βρε δεν μας παρατάς, δεν μας φτάνανε οι νταβατζήδες της Αθήνας, θα πληρώνουμε και παπά προστάτη;
Το άλλο πρωί μπήκανε στο καραβάκι. Όταν απέπλευσε, άναψαν τσιγάρο και αμέσως σηκώθηκε θύελλα διαμαρτυριών από μοναχούς και λαϊκούς, «σβήστε τα τσιγάρα, απαγορεύεται, δεν ντρέπεστε να λιβανίζεται το διάβολο» και άλλα που τους τρόμαξαν, «Βρε βρε τι κόσμος είναι τούτος, που έμπλεξε ο Βαγγέλης!» Μετά την αποβίβαση στην Δάφνη, ανέβηκαν στο λεωφορείο για την πρωτεύουσα του Αγίου όρους, τις Καρυές να πάρουν διαμονητήριο. Πληρώσανε πεντακόσιες δραχμές ο καθένας τους, για δέκα ημέρες παραμονής στο Άγιον όρος. Βγαίνοντας από το πρωτάτο κοίταζαν γύρω γύρω σαν χαζοί. Η εικόνα που βλέπανε ερχότανε από το παρελθόν. Εκτός από το λεωφορείο που τους έφερε, δεν υπήρχε άλλο αυτοκίνητο. Μουλάρια και αγωγιάτες σε μια γωνιά. Κανείς καβαλάρης, όλοι πεζοί μέσα στην πολίχνη. Ένα δίπατο ξενοδοχείο με μαγειρείο στο ισόγειο που παράλληλα ήταν και μπακάλικο και εμπορικό και βιβλιοπωλείο και ταχυδρομείο και τηλεφωνείο. Βρε βρε τι κόσμος είναι τούτος, που έμπλεξε ο Βαγγέλης. Μπήκαν να ρωτήσουν. Πριν προλάβουν να μιλήσουν καν, τους αντιμετώπισε ο ξενοδόχος «είμαστε πλήρεις, φαγητό φασολάδα σήμερα και κάντε γρήγορα για να βρείτε κανένα κονάκι να σας φιλοξενήσει απόψε, αν δεν θέλετε να κοιμηθείτε κάτω από τα δέντρα». «Που να πάμε;» «Γυρίστε προς τα πίσω στο ξηροποταμινό».
Πήρανε οι τρείς φίλοι την κατηφόρα προς τα πίσω, φτάσανε στην Μονή Ξηροποτάμου, δειλά πέρασαν το κατώφλι. Ο ήλιος έδυε εκείνη την ώρα. Ένας μοναχός ήρθε τρέχοντας, «Ευλογείτε,» ήταν ο χαιρετισμός του «Μόλις προλάβατε, θα κλείναμε την θύρα, φάγατε;» Σαστισμένοι κοιταχτήκανε μεταξύ τους, «κατάλαβα συνέχισε αυτός, μισό λεπτό να κλείσω την πόρτα και πάμε στο μαγειρείο, η τράπεζα είναι κλειστή αυτή την ώρα». Τους οδήγησε στο μαγειρείο, σέρβιρε φασολάδα και ελιές κι από ένα ποτήρι κρασί. Αμίλητος ο Μοναχός περίμενε στην άκρη να τελειώσουν και, όταν απόφαγαν, τους οδήγησε στο αρχονταρίκι, κτύπησε μια πόρτα στο διάδρομο και φώναξε, δι’ ευχών, πάτερ Βαρνάβα τρείς ακόμα επισκέπτες. Έκανε μεταβολή και εξαφανίστηκε. Η πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε ο πάτερ Βαρνάβας, όπως συστήθηκε, τους εζήτησε ευγενικά τα διαμονητήρια, τα καταχώρησε στο μεγάλο βιβλίο πάνω στο τραπέζι και τους οδήγησε σε ένα δωμάτιο με δώδεκα κρεβάτια. Τα μισά ήταν κατειλημμένα από Έλληνες, δύο από ξένους περιηγητές του Άθωνα και τέσσαρα άδεια, εκεί θα κοιμόντουσαν τους είπε.
Δεν ήταν εύκολο να κοιμηθούν από τόσο νωρίς, είχαν εκνευρισμό και απορίες πολλές. Ούτε και οι υπόλοιποι λογάριαζαν να κοιμηθούν και πιάσανε κουβέντα. Μάθανε οι τρείς φίλοι πράγματα που αγνοούσαν παντελώς. Ότι με το διαμονητήριο σε όποιο μοναστήρι πάνε θα έχουν δωρεάν διαμονή και φαγητό, αρκούσε να επιστρέφουν πριν την δύση του ηλίου. Κοιμόντουσαν στον κοιτώνα αυτόν, γιατί ο πυλωρός τους χαρακτήρισε επισκέπτες, αν τους έλεγε προσκυνητές, θα τους είχε δώσει ο π Βαρνάβας κελιά στην απέναντι πτέρυγα. Και το σημαντικότερο πως στον παπά Ισίδωρο θα φτάνανε την άλλη μέρα με το μοτόρι (το καΐκι που εκτελούσε την διαδρομή μέχρι την Λαύρα). Μετά από αυτά κοιμήθηκαν βαριά, που ούτε τα σήμαντρα ούτε τις καμπάνες ακούσανε. Το πρωινό τους βρήκε να κατηφορίζουν για την Δάφνη, να βρούνε το μοτόρι. Το δρομολόγιο ήτανε προγραμματισμένο για το μεσημέρι και περιμένοντας προσπαθούσαν να πιάσουν κουβέντα με όποιον έβλεπαν, για να πληροφορηθούν κανένα νέο του Βαγγέλη. Μόλις αναφέρανε το όνομα του, εισέπρατταν σιωπή. Έφτασε η στιγμή να επιβιβαστούν και μια ώρα αργότερα αποβιβάζονταν στην νέα σκήτη.
Μέρος Γ΄.
Ο πρώτος καλόγερος που ρώτησαν για τον παπά Ισίδωρο, τους έδειξε ένα σπίτι από τα πρώτα στην δυτική μεριά και αυτοί προχώρησαν. Η έκπληξη που τους περίμενε ήταν πέρα από κάθε προσδοκία. Κτυπώντας την πόρτα τους άνοιξε ο ηλικιωμένος μοναχός που αντάμωσαν στην Ουρανούπολη, ελάτε περάστε, καλόκαρδα τους υποδέχθηκε, λες και προχθές δεν συνέβη τίποτα. Σαστισμένοι προχώρησαν στο εσωτερικό του κελιού. Ο Σπύρος πιο θαρραλέος ψέλλισε:
–Τον παπά Ισίδωρο ψάχνουμε
και ο γέροντας απλά –εγώ είμαι, ξέρω τι ψάχνετε και γιατί είστε εδώ. Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, (μας δουλεύει σίγουρα αυτός) σκεφτήκανε και οι τρείς. Ο Γέροντας όμως συνέχισε απτόητος,
-Τον φίλο σας τον Βαγγέλη αναζητάτε, σωστά;
Κούνησαν καταφατικά τα κεφάλια και οι τρείς.
-Θα μείνετε εδώ απόψε, να ξεκουραστείτε και αύριο θα τον δείτε.
Ο Σπύρος που είχε εξελιχθεί όπως έδειχναν τα πράγματα σε αρχηγό της παρέας σηκώθηκε όρθιος,
-Αν ξέρεις που είναι πες μας αμέσως και εμείς θα πάμε να τον βρούμε. Με ένα μειδίαμα στα χείλια είπε ο γέροντας
-Αφού επιμένετε, προχωρήστε στα Κατουνάκια στο κελί του πατρός Στεφάνου και εγώ θα σας περιμένω να γυρίστε πριν νυχτώσει, να διανυχτερεύσετε εδώ.
Χωρίς να λογαριάσουν καθόλου κούραση και απόσταση, ξεκίνησαν αμέσως για το καλύβι του π Στέφανου, σύμφωνα με το δρομολόγιο που τους έδωσε ο Γέροντας. Κοπιαστική και ανηφορική η πορεία. Μια ώρα και μισή περπάταγαν, ώσπου αντίκρισαν το κελί που έψαχναν. Μια φιγούρα γνώριμη δούλευε στον κήπο. «Βαγγέλη Βαγγέλη» φωνάξανε όλοι μαζί και έκπληκτοι είδαν το φίλο τους να το βάζει στα πόδια, Βαγγέλη Βαγγέλη, ξαναφώναξαν, αλλά αυτός επιτάχυνε το τροχάδην του μέχρι που χάθηκε από τα μάτια τους.
Απορημένοι μπήκανε μέσα στο κελί, αντίκρισαν ένα γέρο σκελετωμένο καλόγερο, που ούτε μια ματιά δεν τους έρριξε, συνέχισε με ένα μαχαιράκι να κόβει ροδέλες φελλούς, το εργόχειρο του ήταν η κατασκευή καντηλήθρων. «Εδώ είναι ο π Στέφανος;» Καμία απάντηση. «Βρε βρε τι κόσμος είναι τούτος που έμπλεξε ο Βαγγέλης. Ας γυρίσουμε πίσω στο παπά Ισίδωρο να δούμε τι θα κάνουμε». Ο Γέροντας τους περίμενε, έστρωσε την τράπεζα με τα βρισκούμενα, τους έδωσε και από ένα ποτήρι κρασί και ώσπου να φάνε ετοίμασε το δωμάτιο που θα διανυχτέρευαν. Αμίλητοι και γεμάτοι απορίες τελείωσαν το φαγητό, όταν ήρθε ο γέροντας λέγοντας, πάμε έξω στην απλωταριά να κάνετε τσιγάρο, να σας λύσω και λίγες απορίες.
Και άρχισε ο Γέροντας. «Όπως καταλάβατε είμαι παπάς, βγαίνω κάποιες φορές στον κόσμο και εξομολογώ. Οι φυλακές είναι μέρος που επισκέπτομαι συχνά, διότι άλλος είναι ο νόμος των ανθρώπων και άλλα η χάρη του Θεού προστάζει. Εκεί γνώρισα και τον φίλο σας τον Βαγγέλη. Έτσι ξέρω πως ο Σπύρος είναι ο πολυλογάς, Θεοδόσης είναι ο ανάπηρος, άρα ο Γιάννης είναι ο τελευταίος ο ναρκομανής. Σας γνώρισα και στην Ουρανούπολη, κοιμήθηκα όλη την νύχτα στην καρέκλα, επειδή δεν κάματε την αγάπη να με ελεήσετε. Ο Θεός σχωρέσει. Σας περίμενα εδώ σήμερα, γι αυτό και μαγείρεψα. Σας απέτρεψα να πάτε στον π Στέφανο, γιατί σήμερα Πέμπτη και κάθε Πέμπτη σε αυτό κελί από πολλά χρόνια ασκούν την σιωπή. Επιβάλλεται αλαλία και κανείς δεν τόλμησε ποτέ να την χαλάσει. Δεν θα σας μιλούσε ο φίλος σας σε καμία περίπτωση και για να μην πέσει στο παράπτωμα προτίμησε να φύγει μακριά.» Και συνέχισε, «Αν και εσείς κάνατε λίγο αγάπη προχθές προσφέροντας μου ένα δωμάτιο να κοιμηθώ, δεν θα είχατε ανάγκη τα διαμονητήρια, που στοίχισαν ένα κάρο λεφτά, δεν θα περνούσατε τόση αγωνία, και επί πλέον θα είχατε δει τον Βαγγέλη από χθες. Αλλά δεν έχετε εμπιστοσύνη στον Θεό, εμπιστευόμενοι την δική σας κρίση έχετε ανάγκη, όχι από προστάτη όπως με αποκαλέσατε, αλλά από οδηγό να σας βοηθήσει να βρείτε τον δρόμο σας. Ας είναι, αύριο τα πάντα θα είναι τελείως διαφορετικά, ξημερώνει άλλη μέρα.»
Τους μιλούσε και αυτοί αποσβολωμένοι τον άκουγαν χωρίς να μπορούν να αρθρώσουν λέξη, δεν κατάλαβαν πως πέρασαν οι ώρες. Σηκώθηκε κάποια στιγμή ο Γέροντας, «άντε λοιπόν πέρασε η ώρα, πάμε να διαβάσουμε το μεσονυκτικό και τον όρθρο και μετά να ξεκουραστείτε λιγάκι.» Αργά αργά προχώρησε στο εσωτερικό του κελιού, στο μικρό του εκκλησάκι, έβαλε το πετραχήλι του και άρχισε την ακολουθία. Σαν σκιές μέσα στο σκοτάδι προβάλανε δύο μοναχοί ακόμα που τον συνέδραμαν. Όταν απόλυσε ο Γέροντας τους έστειλε για ύπνο και εκείνοι αμίλητοι υπάκουσαν, τότε ένοιωσαν τον κόπο τόσων ημερών.
Το άλλο πρωί ξεκούραστοι αναζήτησαν τον Γέροντα, αλλά όπως τους πληροφόρησαν οι μοναχοί που έψαλαν την νύχτα, ο Γέροντας έφυγε και θα γύριζε σε λίγες μέρες πάλι και πως εφ’ όσον θέλουν είναι ευπρόσδεκτοι να διαμένουν όσο καιρό νομίζουν στο καλύβι τους.
Ο Σπύρος, άτυπος πλέον αρχηγός, απεφάσισε να πάνε να δουν τον Βαγγέλη και μετά να βγάλουν απόφαση. Έτσι ξαναπήραν τον ανήφορο. Αυτήν την φορά ο Βαγγέλης όχι μόνο δεν έφυγε τρέχοντας, αλλά τους περίμενε με λαχτάρα. Μετά την συγκινητική αντάμωση κάτσανε να πιούνε καφέ στο μπαλκονάκι του κελιού και άρχισαν να απαιτούν εξηγήσεις. Ο Βαγγέλης πρόθυμα εξήγησε πως γνώρισε τον παπά Ισίδωρο στη φυλακή, εντυπωσιάστηκε από την ηρεμία του τον πλησίασε και εξομολογήθηκε σε αυτόν τα κρίματα του. Του έμαθε δε ο Γέροντας πως άλλα είναι τα ανθρώπινα δικαστήρια και άλλη η κρίση του Θεού, αρκεί να υπάρχει διάθεση μεταμέλειας και έμπρακτη μετάνοια. Όταν δραπέτευσε, δεν είχε που να πάει, έτσι αποφάσισε να έρθει εδώ στο Άγιον όρος να τον βρει, να τον συμβουλευτεί πώς να πορευτεί από εδώ και ύστερα. Και ο Γέροντας τον έστειλε υποτακτικό του π Στεφάνου να τον βοηθάει στην ακολουθία, να μάθει το εργόχειρο του καντηληθρά και όταν φύγει από αυτή την ζωή να του μείνει το κελί κληρονομιά. Και κατέληξε φυλακή εκεί, φυλακή και εδώ, μόνο που εδώ η κράτηση και ο εγκλεισμός είναι εθελούσια κατάσταση και προσωπική επιλογή.
Απορημένοι τον κοίταζαν αμίλητοι, εκείνος συνέχισε, «γιατί δεν έρχεστε και εσείς εδώ; Έτσι κι αλλιώς ναυάγια της ζωής είμαστε, εάν χάσαμε αυτήν την ζωή μπορούμε να κερδίσουμε την μέλλουσα.» Ο Σπύρος αντέδρασε «Γιατί ναυάγια; Έχουμε ιδέες, έχουμε γνωριμίες, έχουμε ικανότητες,» τον διέκοψε ο Βαγγέλης ήρεμα, «Για σκέψου λίγο την παρέα μας. Ένας δραπέτης, ένας χασικλής, ένας χρεοκοπημένος και ένας ανάπηρος τι μπορούμε να πετύχουμε; Εδώ αντιθέτως θα υποταχθούμε στον π Στέφανο για όσο ζει, είναι ήδη αρκετά γέρος και άμα πεθάνει, μας μένει το κελί, το εργόχειρο και η πελατεία που θα απορροφά την παραγωγή. Αν ζήσουμε κοινοβιακά, θα βάλει και ο Θεοδόσης την σύνταξη του στο ταμείο, θα περάσουμε καλά τα υπόλοιπα χρόνια μας ήρεμα και γαληνεμένα, θα έχουμε και πνευματικό τον Γέροντα να μεσιτεύει για μας στον Θεό.» «Μα μπορούμε;» Ρώτησε ο Γιάννης, «Όλοι χωράμε εδώ, σκεφτείτε το λίγο, μείνετε μερικές ημέρες εδώ ή στου Γέροντα και αποφασίστε. Για μένα είναι μονόδρομος, αν βγω από το Άγιον όρος θα με κλείσουν ποιος ξέρει σε ποια φυλακή.»
Μέρος Δ΄.
Επικράτησε σιωπή για μεγάλο χρονικό διάστημα την οποία έσπασε πρώτος ο Θεοδόσης. «Έγώ θα δοκιμάσω, δεν έχω να χάσω τίποτα, αντί να κάνω θελήματα εδώ και εκεί, θα αράξω.» Ο Γιάννης συμφώνησε αμέσως, ενδόμυχα σκεπτόταν πως μπορεί στον κήπο να βάλει και λίγα δενδρύλλια να ικανοποιεί το πάθος του και ο Σπύρος φαντάζονταν κιόλας το εαυτό του αρχηγό της συνοδείας και πρότεινε να κάτσουν εκεί όσο τους επιτρέπει το διαμονητήριο, περιμένοντας τον παπά Ισίδωρο να γυρίσει για να κάνουν συμφωνία για τις λεπτομέρειες.
Μετά από τέσσαρες ημέρες ο Γέροντας επέστρεψε και κατέβηκαν να τον βρουν. Εκείνος, αφού τους άκουσε υπομονετικά, με πολύ αγάπη τους επανέφερε στην πραγματικότητα.
-Αυτά που λέτε δεν είναι σοβαρή απόφαση, σας κυβερνά ο ενθουσιασμός, δεν κάνουν όλοι για Μοναχοί, η κλήση εάν δεν είναι από τον Θεό θα ματαιοπονείτε και στο τέλος θα χάσετε και αυτήν την ζωή και την άλλη. Το ναυάγιο, εάν συμβεί στο πέλαγος μπορεί να δικαιολογηθεί, αν όμως γίνει μέσα στο λιμάνι, δεν υπάρχει καμία δικαιολογία. Καλλίτερα να γυρίστε πίσω και να αφήσετε τον Βαγγέλη να χαράξει την πορεία του και αυτός θα εύχεται για σας.
Ο Σπύρος θύμωσε,
-Γιατί παπά; Ότι μπορεί ο ένας το μπορούν και οι άλλοι. Ίσες ευκαιρίες για όλους ζητάμε και άρχισε να αγορεύει όπως έκανε στα καφενεία.
Ο Γέροντας άκουγε αμίλητος και ανέκφραστος μέχρι να σιωπήσει ο Σπύρος και με τρείς λέξεις τερμάτισε την συζήτηση. «Κάντε ότι καταλαβαίνετε». Οι φίλοι το θεώρησαν κατάφαση και ξαναπήραν τον ανήφορο να βρουν τον Βαγγέλη, να οργανώσουν την εγκατάσταση τους στο κελί του π Στέφανου. Σε δεκαπέντε ημέρες είχαν κουβαλήσει λίγα πράγματα, κυρίως ρούχα και τσιγάρα και εγκατασταθήκαν στο κελί του π Στεφάνου.
Εκείνος τους δέχθηκε χωρίς αντίρρηση, τους είπε όμως σε τόνο που δεν σήκωνε αντίλογο να σέβονται απόλυτα την αλαλία της Πέμπτης, αν θέλουν να μην ερημώσει το κελί, μια παράδοση πολλών δεκαετιών δεν πρέπει να σταματήσει. Δεν τον άκουσαν όμως, από τον πρώτο μήνα κιόλας έσπασε αυτή η παράδοση. Άρχισαν να ανοικοδομούν το κελί, μεγάλωσαν το κήπο, επέκτειναν το εργόχειρο εκτός από τις καντηλήθρες σε σταυρουδάκια πρεσαριστά, ακόμα σε κομποσκοίνια και αναζητούσαν τρόπο να μάθουν να κάμουν και λιβάνι, επειδή απόφερε καλό κέρδος. Παράλληλα ριχτήκανε στην μελέτη με το ζήλο του αρχαρίου. Ο π Στέφανος έκανε αλαλία πέντε ημέρες την εβδομάδα, για να αναπληρώσει τον κανόνα των υποτακτικών του.
Ο Σπύρος φυσικός αρχηγός, γύριζε σε όλο το Άγιον όρος, έκανε γνωριμίες, καλλιεργούσε δημόσιες σχέσεις για λογαριασμό της παρέας του. Μόλις πέρασαν έξι μήνες, θεώρησε ότι είναι έτοιμοι να καρούν Μοναχοί. Αφελώς νόμιζε ότι μπορεί αυτός να αποφασίζει χωρίς την γνώμη του πνευματικού. Δυστυχώς γι’ αυτούς δεν είχαν πνευματικό, τους αρκούσε μόνο που μένανε μαζί με τον π Στέφανο, τον αποκαλούσαν Γέροντα και ήσαν ικανοποιημένοι. Μαζί και οι τέσσερεις κατέβηκαν ένα πρωινό στον παπά Ισίδωρο να ζητήσουν να γίνουν οι κουρές, διότι ο π Στέφανος βαραίνει και αν πεθάνει και αυτοί είναι ακόμα λαϊκοί δεν μπορούν να οριστούν ως κληρονόμοι του κελιού. Εκείνος τους παρέπεμψε στον ηγούμενο της Λαύρας, της κυριάρχου Μονής.
Ο Σπύρος το θεώρησε υπεκφυγή, έβαλε τις φωνές,
-Παπά εγώ καλά σε κατάλαβα από την αρχή δεν με θέλεις εδώ, γιατί είμαι καλύτερος και οργανωτικότερος από σένα, ζηλεύεις και δεν αφήνεις τους νέους να εξελιχθούν.
Είπε και άλλα πολλά, από κείνα που είχε μάθει στα κομματικά γραφεία να ξεστομίζει σε κάθε ευκαιρία. Μόλις σταμάτησε, ο Γέροντας ρώτησε «φάγατε; Θέλετε να σας φιλέψω ή θα φύγετε;» «όχι θα φύγουμε,» «στο καλό να πάτε.»
Το άλλο πρωί βρήκε την παρέα των τεσσάρων φίλων να παίρνει το μοτόρι για την Λαύρα. Βρήκαν τον ηγούμενο, του είπαν αυτά που νόμιζαν σωστά, και εκείνος τους απέπεμψε λέγοντας θα κουβεντιάσουμε για κουρές αφού περάσουν τουλάχιστον τρία χρόνια και δεν έρθετε μόνοι σας, αλλά σας φέρει ο Γέροντας που θα αναλάβει να σας μάθει τι είναι η καλογερική ζωή και πως είναι η συμπεριφορά στον αγιασμένο τούτο τόπο. Με σκυμμένα τα κεφάλια γύρισαν στον Γέροντα και του ζήτησαν να αναλάβει να τους διδάξει. Αυτός αρνήθηκε λέγοντας, «Δεν έχετε από Θεού κλήση, αλλά δικό σας θέλημα και ο μεν Βαγγέλης δεν έχει άλλη λύση και να μείνει, οι υπόλοιποι όμως πρέπει να δαμάσετε την σκέψη σας, να κλειδώσετε την γλώσσα σας, να ανοίξετε τα αυτιά σας, να μάθετε να υπακούετε και να έχετε εμπιστοσύνη στο θέλημα του Θεού και την κρίση των Γεροντότερων.»
Λυπημένοι ανηφόρησαν για το κελί του π Στεφάνου και ο Σπύρος προτού φτάσουν είχε βρει την λύση! «Αδελφοί ακούστε με, γνώρισα κάποιους άλλους καλογέρους που τους αποκαλούν ζηλωτές, θα πάω να δω τι μπορούμε να κάνουμε, δεν θα έχουμε ανάγκη ούτε τον Ισίδωρο ούτε κανέναν άλλον.»
Ο Βαγγέλης δαγκώθηκε. «Είσαι σίγουρος;» «Ναι άμα σου λέω εγώ, δεν χωρά αμφιβολία, έχω κάνει και προκαταρτικές επαφές, μας θέλουν και θα μας δώσουν και κελί να εγκατασταθούμε αμέσως, και βοήθεια όση χρειαστούμε αρκεί να φύγουμε από τους πλανεμένους και να πάμε μαζί τους.»
Το άλλο πρωί ο Σπύρος έφυγε μόνος του, βρήκε αυτούς που έλεγε, τα συμφώνησε όλα και σε δέκα ημέρες μετακόμιζε η παρέα από το κελί του π Στεφάνου, για το δικό της κελί. Το ίδιο βράδυ τέλεσαν τις κουρές, ονομάστηκε ο Γιάννης Ιωάσαφ, ο Θεοδόσης Θεόδουλος, ο Βαγγέλης ονομάστηκε Εζεκίας και ο Σπύρος Σαμψών και ανέλαβε γέροντας της συνοδείας. Όλους μαζί τους λέγανε, οι Βυρωνιώτες ζηλωτές και τους απέφευγαν οι υπόλοιποι πατέρες του Αγίου Όρους. Μόνο με τους ομοϊδεάτες ζηλωτές συγχρωτίζονταν.
Λυπήθηκε πολύ ο π Στέφανος και έβαλε κανόνα να μην ξαναμιλήσει μέχρι να κοιμηθεί. Άδικα κουραζότανε ο Γέροντας παπά Ισίδωρος να τον μεταπείσει λέγοντας, πως αυτοί από μόνοι τους διαλέξανε να είναι στην ζωή αυτή για πάντα ναυάγια.

Ο Σπύρος ή Γέροντας Σαμψών πλέον έβγαινε και στον κόσμο και έκανε κηρύγματα και μάζευε και χρήματα από ένα μεγάλο αριθμό παλαιοημερολογιτών. Τον αντάμωσα τελευταία φορά στην ταβέρνα του Πέτρου να τον παρηγοράει, μετά την κηδεία της Πέτρενας, στα 1989 που ήταν και η τελευταία συνάντηση των φίλων του Πέτρου, διότι έδωσε το μαγαζί αντιπαροχή και έγινε πολυκατοικία με ένα μικρό καφενεδάκι στο ισόγειο, ίσα ίσα να χωρά πέντε έξι φίλους, μέχρι να πεθάνει και ο Πέτρος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου