Σάββατο, 11 Μαρτίου 2017

Χωρίς άλφα Το σερνικό τζιτζίκι της Χρυσούλας Σ. Γεωργούλα

Συνέχεια από τον χθεσινό διαγωνισμό 

Ο Σπύρος, ο πρωτότοκος γιός του Γιώργου του Στεργούλη, δεν είχε δει ποτέ τις Ορσίδες, που διχοτομούν τον πέτρινο όγκο του Τζουμέρκου, ούτε διέσχισε ποτέ τον μετέωρο στον φοβερό γκρεμό δρόμο, που οδηγεί στην πόλη .
Ο Σπύρος γεννήθηκε στο περιορισμένο Πετρούλι με τους πέτρινους βωβούς τοίχους των λιγοστών σπιτιών, με τις βουτηγμένες στο φως του δύοντος ηλίου ψηλές πεζούλες που οριοθετούν το σμίξιμο της φτενής γης με το σύννεφο. Μέχρι τους έξη χρόνους του έβλεπε στο κέντρο του χωριού το σχολείο στον ίσκιο του Οσίου Ερμογένη του Πολυούχου τους, όπου περνούσε ώρες πολλές ως πιστός συνοδός της νεωκόρου ευσεβούς μητρός του, δίχως την επίγνωση πως η ζωηρή χωρίς περιορισμούς ζωή νηπίου που διήγε, έληγε με την είσοδό του στην πρώτη δημοτικού.

 Όμως κι ο κυρ-Πίντιος ο εκτοπισμένος ως επικίνδυνος κομμουνιστής γέρο- φιλόλογος, που ξέμεινε στο χωριό ως βοηθός της διευθυντού του Μονοθέσιου Δημοτικού Σχολείου Πετρουλίου Νίκης Λεμονοπούλου, δυσκολεύτηκε πολύ με τούτο το περίεργο ερίφιο.
Η Λεμονοπούλου έλλειπε λόγω δύσκολης εγκυμοσύνης εκείνο τον Σεπτέμβρη, που ο Νίκος ο Στεργούλης σύστησε στον κυρ-Πίντιο τον γιό του με την εξής συμβουλή: «Τούτον τον λένε Σπύρο Στεργούλη όπως τον γέρο μου, που εκτελέστηκε στο βουνό πριν δυο χρόνους, ως επικίνδυνος εχθρός της κυβερνήσεως. Οι μυώνες δικοί σου, ο σκελετός δικός μου. Μην τον λυπηθείς δείρτον, όμως τον θέλω πίσω πολίτη λεύτερο, διεκδικητή του δίκιου του σογιού του». Είπε όπως πήρε τον δρόμο που οδηγούσε προς το κέντρο.

Με τις εμπλουτισμένες με ξυλιές φωνές του κυρίου Πίντιου, που ο Σπύρος ξεπλήρωνε με ενέδρες, όπου τρείς φορές γλύτωσε το πόδι του ο γεροφιλόλογος, δύσκολο κύλησε το σχολικό έτος προς το τέλος του, ώσπου εκείνο το μεσημέρι του Ιούνη όπως ο Νίκος της Πινιώς ο μπροστινός του Σπύρου έλεγε το πέντε, σηκώθηκε σούσουρο στην πρώτη. Επειδή ο κυρ-Πίντιος δεν βρήκε φυσιολογικό τον θόρυβο, ούτε την συνοδευμένη με γέλιο πονηρό έλλειψη προσοχής του επιμελή γιου της Πινιώς, που πήδηξε το πέντε επί πέντε είκοσι πέντε, προχώρησε προς στη θέση του ζωηρού Στεργούλη κι είδε το κινούμενο σπιρτόκουτο.
Ενώ ο Ιησούς Χριστός, ο Μονογενής γιος της Θεομήτορος, κολλημένος στον τοίχο εμπρός του τον επισκοπούσε με επίπληξη, ο Σπύρος με πρόθεση πονηρή έσπρωξε το κουτί προς την τσέπη του. Ο κυρ-Πίντιος όμως, προτού ο άλλος εκπληρώσει την πονηρή του πρόθεση, πήρε το ύποπτο κουτί, το τοποθέτησε εμπρός του, έσπρωξε με προσοχή το εσωτερικό μέρος του έτσι που ελευθερώθηκε το φτωχικό περιεχόμενό του, το τζιτζίκι που είχε εγκλωβιστεί στο λευκό σκότος ποιος ξέρει πόσες ώρες πριν.
Το δυστυχές τζιτζίκι βρέθηκε στο έλεος του Σπύρου την προηγουμένη, που θυμωμένος κλείδωσε στο δρόμο την Στεργούλω, τιμωρημένη που δεν γνώριζε το σερνικό τζιτζίκι που της γύρευε, μέχρι που της το είπε η Κική η κουτσή γεροντοκόρη, πως σερνικό λεν οι γριές το μουγκό τζιτζίκι. Έτσι έμεινε έξω η Νίκη Στεργούλη μέχρι την εκτέλεση της εντολής του μικρού ληστή, την σύλληψη του ποθητού εντόμου στο πεύκο του Κοκόρη. Με εισιτήριο το τζιτζίκι έγινε δεκτή στο σπίτι της λίγο πριν μπει ο νοικοκύρης, που στην περίπτωση που είχε πληροφορηθεί τι είχε συμβεί, δεν γλίτωνε ο Σπύρος τον θυμό του .
Το σερνικό τζιτζίκι περιορισμένο ώρες πολλές στους τέσσερις του τοίχους νηστικό, ξεδίπλωσε τις λεπτές του φτερούγες, ζυγίστηκε λίγο μπρος πίσω, τέντωσε το δεξιό μπρος πόδι του έξω. Στο τέλος σίγουρο πως ελευθερώθηκε, χύθηκε χωρίς επιστροφή στην έξοδο, προς το φως που ορμούσε γιορτινό του ήλιου.
Ο κύριος Πίντιος τον τιμώρησε τον Σπύρο με το γνωστό κουτσό των Πέτρινων Χρόνων, που διήρκεσε ως τις δυο το μεσημέρι, μέχρι που με το πρώτο κουδούνι χύθηκε με όλους τους συνομήλικούς του στην εξοχή, με μόνο σκοπό τη σύλληψη όλων των σερνικών τζιτζίκων. Η εξόντωση των δύστυχων εντόμων ξέπλυνε την σπιλωμένη με το κουτσό στον τοίχο τιμή του Σπύρου.
Το θέρος εκείνο έμεινε βουβό το χωριό με όλες τις τζιτζικίνες χήρες.


της Χρυσούλας Σ. Γεωργούλα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου