Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2016

Η κυρία Ιόλη

«Όταν ένας άνθρωπος θέλει να κάνει κάτι, οτιδήποτε κι αν είναι αυτό το πετυχαίνει». Αυτή η φράση ήταν αξίωμα και μόνιμη επωδός στα χείλη της κυρίας Ιόλης, της ηρωίδας αυτής της μικρής ιστορίας.
Η κυρία Ιόλη δεν είναι μια τυχαία περίπτωση, έχει μεγάλη οικονομική επιφάνεια, προέρχεται από την οικογένεια εφοπλιστών Καλχά και διευθύνει όλο τον όμιλο
των επιχειρήσεων της. Ο πατέρας της της άφησε πέντε καράβια και τώρα είναι είκοσι δύο, πέρα από το διυλιστήριο τις δύο τράπεζες που ελέγχει, ένα τηλεοπτικό κανάλι και τρείς εφημερίδες. Όλα αυτά έγιναν επειδή πάντα πίστευε πως «όταν ο άνθρωπος θέλει, μπορεί».
Πόσο δίκιο έχει άραγε;
Μεγάλωσε πλάι στο πατέρα της, περνώντας σχεδόν όλη της ημέρα στο γραφείο του από μικρό κοριτσάκι του δημοτικού. Είχε έναν μεγαλύτερο αδελφό τον Θησέα, που κάπου στην δεκαετία του 70 έφυγε να ζήσει ελεύθερος μακριά  από τον κοινωνικό περίγυρο των οικονομημένων, έκανε την επανάσταση του εντασσόμενος στα παιδιά των λουλουδιών, τους γνωστούς χίπηδες της εποχής. Η αντίδραση του πατέρα τους ήτανε να τον διαγράψει από γιό του οριστικά αποκληρώνοντάς τον και μπλοκάροντας κάθε οικονομική δυνατότητα.
Τον Θησέα πιθανόν να μην τον ένοιαξε ή ακόμα να μην το έμαθε, η κυρία Ιόλη όμως από τότε δεν τον ξαναείδε. Η μάνα τους πέθανε δύο χρόνια αργότερα.
Τελείωσε το γυμνάσιο σπούδασε «οικονομικές και πολιτικές επιστήμες» και άρχισε να εργάζεται πλάι στον πατέρα της, ο οποίος ήταν ικανοποιημένος βλέποντας τις ικανότητες της, και καμάρωνε που το όνομα Καλχά θα μακροημέρευε. Όμως ένα χρόνο αργότερα τον κτύπησε η επάρατος αρρώστια του καρκίνου. Προτού πεθάνει εκμυστηρεύτηκε στην κόρη του πως είχε ένα παιδί ακόμα, εξώγαμο  που ζούσε στο Λονδίνο και παρήγγειλε να μην σταματήσει ποτέ να στέλνει το μηνιαίο επίδομα.
Μετά την κηδεία πήγε και βρήκε την αδελφή της, την Τζούλια, στο Λονδίνο. Εργαζότανε σε ασφαλιστική εταιρία μαζί με τον άνδρα της, τους έπεισε να έρθουν στην Ελλάδα με την υπόσχεση να βοηθήσει όσο μπορούσε καλλίτερα να εδραιωθούν και ακόμα μεταβίβασε στην αδελφή της δύο καράβια που εκτελούσαν δρομολόγια στον Αργοσαρωνικό.
Εγκαταστάθηκε η Τζούλια στον Πειραιά και έγινε ο άνθρωπος της εμπιστοσύνης για την κυρία Ιόλη, που από τότε άλλαξε συμπεριφορά και χαρακτήρα. Αυταρχική και λιγομίλητη εξαιρετικά έξυπνη, κατόρθωσε σε λίγα χρόνια από τρία καράβια να κάνει ολόκληρο στόλο από είκοσι δύο διαφόρων κατηγοριών πλεούμενα,  χώρια τις υπόλοιπες επενδυτικές δραστηριότητες.
Σε όλα τα πλεούμενα είχε δώσει αρχαία ελληνικά ονόματα. Της προσάπταν πως δεν είναι χριστιανή αλλά λάτρης των αρχαίων θεών του Ολύμπου, επειδή δεν την είχαν δει καμιά φορά στην Εκκλησία.
Τα λεφτά γεννούν  λεφτά, ισχυρίζονται κάποιοι, όμως το σλόγκαν της κυρίας Ιόλης ήταν το ίδιο πάντα «όταν ο άνθρωπος θέλει, μπορεί». Το έλεγε και το πίστευε απόλυτα.
Αντίθετα η Τζούλια ήταν απλή και εύχαρις αγαπητή σε όλους και προσιτή στους κάθε βαθμίδος υπαλλήλους της, σε κάθε οικονομική ή άλλου είδους ανάγκη προστρέχανε και εκείνη απλόχερα έδινε. Κάθε Κυριακή στην Εκκλησία, πρώτη στους κάθε λογής εράνους, στα φιλόπτωχα και όπου υπήρχε ζόρι έδινε. Για κάθε καινούργιο καράβι που καθέλκυσε η κυρία Ιόλη, ένα καινούργιο συσσίτιο δημιουργούσε η Τζούλια. Κάθε αρχαίο όνομα που έπλεε στην θάλασσα, ένας ακόμη Άγιος δοξαζότανε.
Έτσι φαινόντουσαν τα πράγματα αλλά δεν ήτανε.
Η κυρία Ιόλη ήταν πίσω από όλα αυτά. Αν άφηνε την διαχείριση στην Τζούλια θα είχε χάσει ακόμα και την σιρμαγιά της. Βοηθούσε και εν ολίγοις προωθούσε την αδελφή της, φτιάξει το δημόσιο προφίλ, χωρίς όμως σε καμία περίπτωση να φαίνεται. Δεν το ήθελε και ήταν συμφωνημένο.
Ενώ όλες οι ημέρες της κυρίας Ιόλης ήταν γεμάτες από ένα βαρύ πρόγραμμα, οι νύχτες ήτανε πάντα θλιβερές. Μόνη και ανέραστη σ’ ένα μεγάλο κρεβάτι και στο κομοδίνο σωρός τα ηρεμιστικά που χρειάζονταν για να κοιμηθεί. Η μοναξιά την έπνιγε και όμως δεν έπρεπε να το παραδεχτεί, γιατί θα λογιζότανε αδυναμία. Στο σπίτι που έμενε κάπου στα βόρια προάστια ήταν τόσο μεγάλο γιατί έπρεπε να απεικονίζει το οικονομικό εύρος του ιδιοκτήτη του. Απασχολούσε δέκα άτομα προσωπικό αλλά με τους μόνους που μιλούσε ήταν, ο Μπάτλερ και η καμαριέρα της, οι υπόλοιποι παίρναν οδηγίες μέσω αυτών και φυσικά ο οδηγός, ηλικιωμένος χωρίς οικογένεια που βρισκόταν 24 ώρες επιφυλακή. Τον είχε κληρονομήσει από τον πατέρα της και ήτανε ο μόνος άνθρωπος που της μιλούσε στον ενικό εκτός από την Τζούλια. Αυτός ήξερε το μαράζι που την έτρωγε για τον χαμένο της αδελφό.
Στα γραφεία του Πειραιά ήταν η έδρα του ομίλου, είχε ένα εξαώροφο μέγαρο αρνούμενη να μετακομίσει στο Λονδίνο που ήταν η πιάτσα. Στο έκτο όροφο είχε το προσωπικό της γραφείο στο οποίο μετρημένοι μπορούσαν να εισέλθουν χωρίς να έχει προηγηθεί μια διαδικασία για να κλείσουν ραντεβού. Για όλους ήτανε η κυρία Ιόλη, το απόλυτο αφεντικό που κάθε νεύμα ακόμη, ήταν διαταγή που έπρεπε να εκτελείται πάραυτα.
Ένα πρωινό η Τζούλια ήρθε να δει την κυρία Ιόλη συνοδευόμενη από ένα νέο άνδρα περίπου τριανταπεντάρη. Τον σύστησε στην αδελφή της λέγοντας πως είναι διακεκριμένος ψυχολόγος στο Λουξεμβούργο.  Η κυρία Ιόλη δεν ήταν χαζή, κατάλαβε αμέσως την πλεκτάνη, πως τον έφερε για να την αξιολογήσει, (έτσι νόμιζε), και έγινε έξω φρενών. Τους έδιωξε κακήν κακώς από το γραφείο παραγγέλνοντας στην Τζούλια, πως αν ξαναέρθει εδώ να είναι μόνο για ζητήσει συγνώμη.
Πέρασε μια εβδομάδα και δεύτερη και η αυτοπεποίθηση της κυρίας Ιόλης άρχισε να γκρεμίζεται. Ήταν σίγουρη πως η Τζούλια θα ερχόταν τρέχοντας αλλά γελάστηκε. Ένιωθε την απόλυτη μοναξιά εκείνων των ανθρώπων που βρίσκονται στην κορυφή της πυραμίδας.
Μελαγχόλησε λίγο, ήτανε και στριφνός χαρακτήρας και απόγινε. Την Τρίτη εβδομάδα την ειδοποίησαν πως η Τζούλια μπήκε στο μέγαρο και ανέβαινε προς τα πάνω. Χαμογέλασε, «δεν μπορούσε να μην ερχότανε, το αίμα νερό δεν γίνεται» σκέφτηκε. Άνοιξε μόνη την πόρτα και περίμενε, μόλις την είδε την αγκάλιασε, «έλα μέσα» είπε.
Η Τζούλια ήτανε συγκρατημένη.
-Με παρεξήγησες, είπε διστακτικά, -αν δεν ήσουν Εσύ, τι θα ήμουν εγώ;
-Συγνώμη αδελφή μου, αυτό πρέπει εγώ να το πω, είσαι ο μόνος άνθρωπος που έχω.
-Άστα αυτά τώρα, περασμένα ξεχασμένα, είπε η Τζούλια, -επιβάλλεται να δεις αυτό, και έβγαλε μια τσαλακωμένη επαρχιακή εφημερίδα, -διάβασε τι γράφει εδώ.
Έγραφε ένα αφιέρωμα για τους χίπηδες που ζούσανε στα Μάταλα της Κρήτης, και ανέφερε πως ο τελευταίος από μια μεγάλη ομάδα, πέθανε στο γηροκομείο κάποιας ενορίας από αυτές που συντηρούσε η Τζούλια. Το όνομα του Θησέας Καλχάς. Πήγε η ίδια να μάθει λεπτομέρειες και βεβαιώθηκε πως ήταν ο χαμένος τους αδελφός, ο απόκληρος.
Η κυρία Ιόλη χλόμιασε, ζήτησε λίγο νερό και έκατσε στην καρέκλα της βαριά, - «όταν ο άνθρωπος θέλει, μπορεί», μουρμούρισε.
Η Τζούλια απόρησε –Μα τι λες; Τρελάθηκες;
-Όχι, όχι αυτό ήθελε ο Θησέας, αυτό έκανε, έζησε ελεύθερος από όλο το βάσανο που περνάω εγώ.
-Μα ποιο βάσανο, τι θέλεις και δεν έχεις;
-Ελευθερία, ανάσα, ξεκούραση και παρέα, άστα να πάνε στο διάολο.
Χωριστήκανε οι αδελφές και κάθε μια τράβηξε για το σπίτι της. Το απογευματάκι η Τζούλια σηκώθηκε ανάστατη, την βασάνιζε η συμπεριφοράς της αδελφή της και ξεκίνησε να πάει να την δει. Στο σπίτι της, την ενημέρωσαν πως η κυρία Ιόλη κοιμάται από την ώρα που ήλθε. Η Τζούλια τράβηξε κατευθείαν στο δωμάτιο να την ξυπνήσει, αλλοίμονο όμως η κυρία Ιόλη είχε καταπιεί ένα σωρό χάπια για να πεθάνει. Έντρομη η Τζούλια ειδοποίησε ασθενοφόρο και σε λίγη ώρα βρισκότανε η κυρία Ιόλη σε κρεβάτι ιδιωτικής κλινικής, στον ένατο όροφο.
Ξυπνούσε αργά μετά από μια πλύση στομάχου. Αδύναμα και ανόρεχτα άνοιγε τα μάτια της.
-Που βρίσκομαι; Ρώτησε
-Κουτό κορίτσι τι πήγες να κάνεις; Ρώτησε η Τζούλια με τη σειρά της, -πάω να φέρω τον γιατρό, εσύ φρόνιμη.
Μόλις έφυγε η Τζούλια, η κυρία Ιόλη σηκώθηκε από το κρεβάτι, άνοιξε την μπαλκονόπορτα, βγήκε στο μικρό μπαλκονάκι, κοίταξε κάτω και σάλταρε. Την αμέσως επόμενη στιγμή γιατρός με την Τζούλια μπαίνανε στο δωμάτιο. Προλάβανε να δουν την κυρία Ιόλη στον αέρα προτού σκάσει στο έδαφος. Κοιταχτήκανε στα μάτια αμήχανα.
-«Όταν ένας άνθρωπος θέλει να κάνει κάτι, οτιδήποτε κι αν είναι αυτό το πετυχαίνει». μουρμούρισε η Τζούλια, «πάντα αυτό πίστευε». 
 

  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου