Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2017

Ο πάτερ Αβέρκιος

Αρχίζει η Μεγάλη Σαρακοστή και σκέφτηκα να επαναφέρω από τον παλιό «Πυθαγόρα» τον πάτερ Αβέρκιο, ένα διήγημα που έγραψα  όντας στην Σάμο. Είναι καλογερίστικο διδακτικό για την ακτημοσύνη. Προτείνεται κυρίως στου όψιμους αναγνώστες και ανάλογα την ανταπόκριση θα επαναφέρω κ’ άλλα. 



Ο πάτερ Αβέρκιος
Αναταραχή επικρατούσε εκείνη την ημέρα στο Αγιορείτικο κελί του Αγίου Σάββα, ο πάτερ Αβέρκιος θα έβγαινε στον κόσμο πρώτη φορά από τότε που μπήκε στο περβόλι της Παναγίας στα 1973. Πέρασαν τριάντα οκτώ χρόνια από τότε που παιδί αμούστακο δεκαοκτώ χρονών πέρασε το κατώφλι αυτού του κελιού, δασκαλεμένος από την μάνα του αναζητώντας τον γέροντα Αβέρκιο, φίλο του παππού του.

Σε αυτά τα χρόνια το μοναστήρι έγινε κοινόβιο, ο γέροντας του κελιού άλλαξε δυο φορές, η ζωή όμως του πάτερ Αβέρκιου δεν άλλαξε καθόλου. Είχε προσκολληθεί στο παλιό γέροντα που εκτιμώντας την αφοσίωση του, του έδωσε το όνομα του σύμφωνα με την παράδοση, να αφήνουν το όνομα τους οι γεροντάδες στο αγαπημένο τους καλογέρι. Έμαθε όλες τις δουλειές του αγρού, φρόντιζε τα μουλάρια του κελιού με τα οποία έκανε αγώγια και συμμετείχε και  στις παγκινιές, πριν γεμίσει το όρος με αυτοκίνητα, μέχρι και σήμερα ο πάτερ Αβέρκιος όργωνε με τα μουλάρια, θεωρώντας τα τρακτέρ νεοτερισμό ανεπίτρεπτο σύμφωνα με την παράδοση. Άφθαστος μπαξεβάνης προμήθευε πολλά κελλιά με τα προϊόντα του κήπου του Αγίου Σάββα. Ταπεινός στο φρόνημα και τελείως αφιλοχρήματος, δεν ασχολήθηκε με την αλλαγή του νομίσματος από δραχμή σε ευρώ, δεν άκουγε καθόλου ειδήσεις όλα αυτά τα χρόνια και δεν ενδιαφερόταν παρά μόνο για την μετάνοια του και την ησυχία του. Η Αδελφότητα του κελιού τώρα ήταν πέντε μοναχοί, είχαν για εργόχειρο την παρασκευή λιβανιού και την κατασκευή ζωνών, έτσι οικονομούσαν τα προς το ζην. Δεν του έλειψε τίποτα μέχρι εκείνη την ημέρα.
Ένα μήνυμα από τον ηγούμενο τον καλούσε στο Μοναστήρι για να πάρει οδηγίες και να βγει στον κόσμο, επειδή η μάνα του πέθαινε και ήθελε να τον δει. Ο γέροντας όσο ετοιμαζότανε ο πάτερ Αβέρκιος, ετοίμαζε και αυτός την ντορβαδίνα που θα του έδινε γεμίζοντας την, με λιβάνι σε κουτάκια, σταυρουδάκια και εικονάκια για να έχει να δίνει ευλογίες όπου περάσει. Φορτώθηκε λοιπόν το ντορβά στον ώμο, στο χέρι πήρε ένα σακβουαγιάζ και αφού έβαλε μετάνοια στον Άγιο Σάββα στον γέροντα και τους αδελφούς ξεκίνησε για το Μοναστήρι. Δυνατός και ακμαίος ο πάτερ Αβέρκιος δεν άργησε να φτάσει στο Μοναστήρι που τον περίμενε ο Ηγούμενος, αφού του έβαλε μετάνοια ρώτησε τι πρέπει να κάνει.
Ο Ηγούμενος κοίταζε με πολύ προσοχή το πρόσωπο του πάτερ Αβέρκιου, διέκρινε την απόλυτη ηρεμία  που προκαλεί η άγνοια.
-Πάτερ Αβέρκιε η μάννα σου είναι στα τελευταία της και θέλει να σε δει οπωσδήποτε πριν παραδώσει την ψυχή της και επειδή η υπόθεση τραβάει δυο μήνες τώρα, σκέφτηκα να σε στείλω να τις κλείσεις τα μάτια.
-Ποιος ο λόγος Γέροντα; Θα κάνουμε τα μνημόσυνα της στο κελί θα την μνημονεύουμε, άλλωστε εμείς ως Μοναχοί δεν έχουμε οικογένεια πλέον
-Ξέρω τι μου λές πάτερ τον έκοψε ο Ηγούμενος, αν δεν ήταν επιβεβλημένο δεν θα σε έστελνα, ξέρω πως έχεις πολλά χρόνια στο Όρος και δεν βγήκες καθόλου, αλλά τώρα είναι αδήριτος η ανάγκη να πάς. Η μάνα σου δεν έχει κανέναν άλλο από σένα στην ζωή.
-Πως δεν έχει Γέροντα; Άλλα τέσσερα αδέλφια υπάρχουν.
-Από πότε έχεις να πάρεις νέα τους;
-Απ’ όταν μπήκα στην υπακοή δεν ξαναεπικοινώνησα μαζί τους, είναι κάμποσα, τι κάμποσα πολλά χρόνια.
-Από τότε άλλαξαν πολλά πράγματα όπως στο όρος έτσι και στον κόσμο και πιθανόν να δυσκολευτείς έξω, ωστόσο πρέπει να πάς να την δεις. Πάρε αυτά (του έβαλε στο χέρι μερικά χαρτονομίσματα των πενήντα ευρώ) θα σου χρειαστούν, εκεί που πάς το λιβάνι και οι ευλογίες δεν επαρκούν για να κυκλοφορείς.  Θα σε συνοδεύσει μέχρι την Θεσσαλονίκη ο Μάρκος και θα σε βάλει στο λεωφορείο για την Αθήνα, από εκεί πάρε ταξί για τον Ερυθρό Σταυρό, σε περιμένουν. Πάρε και αυτό το τηλέφωνο είναι αποθηκευμένος ο αριθμός της Κυρίας Τριανταφύλλου αυτή θα σε οδηγήσει για τα υπόλοιπα.
-Ποια υπόλοιπα Γέροντα; Περίεργα μου τα λες.
-Τίποτα περίεργο, κάνε το Σταυρό σου και ξεκίνα και όταν τελειώσεις εδώ σε περιμένουμε.
Απορημένος ο πάτερ Αβέρκιος ξαναέβαλε μετάνοια στον Ηγούμενο και ανεζήτησε τον Μάρκο για να φύγουν. Ο Μάρκος φοιτητής της Θεολογίας στην Θεσσαλονίκη πήγαινε συχνά στην Μονή  και σκόπευε κάποτε να μονάσει, ήταν ενημερωμένος, τον περίμενε και ξεκίνησαν για το ταξίδι. Όταν αποβιβάστηκαν στην Ουρανούπολη ο πάτερ Αβέρκιος πεινούσε και καθοδηγούμενος από τον Μάρκο κάθισαν σε ένα εστιατόριο να φάνε, είχαν ώρα μέχρι να φύγει το λεωφορείο για την Θεσσαλονίκη. Αφού φάγανε έβγαλε από τον ντορβά δύο κουτάκια λιβάνι και ένα σταυρουδάκι και τα άφησε πάνω στο τραπέζι, μετά θέλησε να σηκωθεί αλλά τον συγκράτησε ο Μάρκος.
-Κάθισε πάτερ, με τις ευλογίες δεν εξοφλάς τους λογαριασμούς, πρέπει να περιμένουμε να έρθει ο σερβιτόρος για να τον πληρώσουμε.
Υπάκουος ο πάτερ Αβέρκιος κάθισε πάλι στην καρέκλα μέχρι να έρθει ο σερβιτόρος, του έδωσε ένα χαρτονόμισμα των πενήντα ευρώ και σηκώθηκε να φύγει, ο Μάρκος τον συγκράτησε πάλι
-Κάθισε πάτερ να μας φέρει τα ρέστα.
Υπάκουσε πάλι ο πάτερ Αβέρκιο και περίμενε υπομονετικά να έρθουν τα ρέστα, κατόπιν πήγανε στο λεωφορείο που είχαν αρχίσει να επιβιβάζονται οι ταξιδιώτες. Κάθισε στην δεύτερη σειρά αφήνοντας από συνήθεια την πρώτη για τους γεροντάδες, αλλά τον περίμενε έκπληξη όταν κάθισαν δυο νεαρές μπροστά του. Είχε σουρουπώσει για τα καλά όταν έφθασαν στην συμπρωτεύουσα και κατευθύνθηκαν στην Παναγία των Χαλκέων, κοντά εκεί είχε το Μοναστήρι μετόχι όπου θα διανυχτέρευε και το πρωί ο Μάρκος θα τον τακτοποιούσε στο λεωφορείο για την Αθήνα. Το διαμέρισμα ήταν ένα τριάρι στο ισόγειο, άνοιξε την πόρτα και πέρασε μέσα αφού αποχαιρέτισε τον Μάρκο ευχαριστώντας τον και ανανέωσε το ραντεβού για την επομένη το πρωί, ότι ώρα θα έβρισκε εισιτήριο για να μην γυρνά άσκοπα στους δρόμους. Η ώρα ήταν περίπου 8 και παρότι ήταν κουρασμένος δεν ήθελε να κοιμηθεί. Βάλθηκε να εξερευνήσει λίγο το διαμέρισμα, άρχισε από την κουζίνα ανοίγοντας όποιο ντουλάπι έβρισκε μπροστά του, τα είδε όλα γεμάτα με προμήθειες πρώτης ανάγκης, παξιμάδια, ελιές, μέλι, ταχίνι, πολλά κουτιά γάλα, άνοιξε το ψυγείο και αυτό γεμάτο με διάφορα προϊόντα, χαμογέλασε πονηρά, «καλοπερνούν οι Μοναστηριακοί όταν βγαίνουν έξω, για αυτό το ζητάν συνέχεια, αλλά τι με νοιάζει εμένα». Σειρά είχανε τα δωμάτια, πέρασε από το γεροντικό πρώτα, ανοίγοντας την πόρτα αντίκρισε το εικονοστάσι με το καντήλι σβηστό, αμέσως έψαξε να βρει το λαδικό και να το ανάψει, προσκύνησε τις εικόνες αφού έκανε καμιά δεκαριά μετάνοιες και αμέσως μετά δεν άντεξε στον πειρασμό να μην ανοίξει τα ντουλάπια και είδε στοίβα καινούργια ρούχα και πολλά ζευγάρια παπούτσια σε όλα τα μεγέθη, ευκαιρία σκέφτηκε να αλλάξω παπούτσια, ήταν όντως αρκετά φθαρμένα τα δικά του, πέρασε στα άλλα δωμάτια και τα είδε λιτά με τρία κρεβάτια στην σειρά το καθένα μια κρεμάστρα στον τοίχο και ένα τραπέζι ήταν όλος ο διάκοσμος, τελευταίο του έμεινε να ερευνήσει το αφοδευτήριο. Άνοιξε την πόρτα έμεινε με το στόμα ανοικτό, ολόκληρο δωμάτιο του φάνταζε, ένα μεγάλο θερμοσίφωνο πάνω από την μπανιέρα τον πήγε πολλά χρόνια πίσω, από πότε είχε να κάνει μπάνιο; Πάνω από τον νιπτήρα υπήρχε ένας καθρέπτης πλησίασε και έριξε μια κλεφτή ματιά και αστραπιαία απομακρύνθηκε, όμως ο πειρασμός τον είχε νικήσει ξαναπλησίασε στον καθρέπτη και κοίταξε με προσοχή αυτό το πρόσωπο που έβλεπε, ήταν το δικό του. Πρώτη φορά το αντίκριζε μετά από τριάντα οκτώ χρόνια. Στο κελί δεν υπήρχε καθρέπτης, ένα αμήχανο χαμόγελο σχημάτισαν τα χείλη του, «πως είμαι έτσι;» σκέφτηκε, κοιτούσε το ρυτιδιασμένο του πρόσωπο με τα γκρίζα του μαλλιά και γένια που δεν ήταν αρκετά μεγάλα αλλά του φάνηκε πως ενέπνεαν σεβασμό και πήρε την απόφαση θα κάνω μπάνιο, έψαξε να βρει από πού ανάβει ο θερμοσίφωνας και ώσπου να ζεσταθεί το νερό διάλεξε από το ντουλάπι  στο γεροντικό καινούργια εσώρουχα κάλτσες και παπούτσια, πέρασε μετά στην κουζίνα και ετοίμασε τα απαραίτητα για παρασκευάσει το βραδινό ρόφημα και αμέσως μετά γέμισε την μπανιέρα με ζεστό νερό και βούλιαξε μέσα. Τι απόλαυση ήταν αυτή; Από την ημέρα που πέρασε την πόρτα του κελιού του Αγίου Σάββα πρώτη φορά απολάμβανε την πολυτέλεια ενός λουτρού, ενδόμυχα όμως είχε τύψεις μήπως και αμάρτανε: Αλλά πάλι, συγγνωστό το αμάρτημα άρα και συγχωρητέο.
Μετά φρέσκος ετοίμασε το βραδινό ρόφημα και πριν αρχίσει το κανόνα του, θέλησε να κοιτάξει τα χρήματα που είχε στην τσέπη του, θυμότανε ακόμα τις δραχμές, περιεργαζότανε τα ρέστα που του είχε δώσει ο σερβιτόρος, αυτά τα χαρτονομίσματα του ήταν άγνωστα, όπως και τα κέρματα αλλά, στο κάτω κάτω δεν ήταν χαζός, θα κατάφερνε να τα διαχειριστεί μέχρι να επιστρέψει πίσω, στην άσκηση να τηρεί ακτημοσύνη παρθενία και υπακοή στον Γέροντα αφήνοντας σε αυτόν τις μέριμνες.
Απόλαυσε έναν υπέροχο ύπνο, είχε να κοιμηθεί σε κρεβάτι με στρώμα πολλά χρόνια και σηκώθηκε αξημέρωτα. Διάβασε τον όρθρο πήρε το πρωινό του και περίμενε τον Μάρκο. Αυτός ήρθε κατά τις οκτώ και τον πήγε μέχρι το λεωφορείο λέγοντας του μόλις φτάσει να πάρει ταξί να πάει εκεί που είπε ο Γέροντας ή να τηλεφωνήσει να έρθουν να τον πάρουν, για να μην χαθεί στην Αθήνα, επισημαίνοντας πως η Αθήνα η σημερινή δεν έχει καμία σχέση με εκείνη που άφησε το 1973.
Στο λεωφορείο κάθισε στην δεύτερη σειρά κοντά στο παράθυρο μέχρι που ήρθε να νεαρή και του ζήτησε σηκωθεί γιατί κάθισε  στην θέση της, ο πάτερ Αβέρκιος αντέδρασε πως ήλθε πρώτος και δεν σηκώνεται, τα χειρότερα αποσοβήθηκαν με την παρέμβαση του οδηγού, που ζητώντας τα εισιτήρια, του εξήγησε πως η θέση του ήταν αριθμημένη και τον οδήγησε στην μέση περίπου του λεωφορείου. Στα μισά της διαδρομής ο οδηγός σταμάτησε σε ένα μεγάλο βενζινάδικο, ο πάτερ Αβέρκιος έβλεπε τους συνεπιβάτες του να κατεβαίνουν αυτός όμως έμεινε ακλόνητος στην θέση του, ο οδηγός του μίλησε:
-Πάτερ διάλειμμα θα κατέβεις;
-Όχι εγώ πάω στην Αθήνα.
-Όπου και να πηγαίνεις πρέπει να κατέβεις, θέλω και εγώ να πάω προς νερού μου.
-Πήγαινε, εγώ θα περιμένω εδώ, πάω στην Αθήνα.
-Θα κατέβεις χριστιανέ μου το καλό ή. . .  πρέπει να κλειδώσω
Δίνοντας τόπο στην οργή κατέβηκε ο πάτερ Αβέρκιος και περίμενε καρτερικά δίπλα στο λεωφορείο να περάσει η ώρα του διαλείμματος, κάποτε τελείωσε το ημίωρο διάλειμμα και συνέχισε το ταξίδι του για την Αθήνα. Ήταν περασμένο το μεσημέρι όταν έφτασε στο προορισμό του, κατέβηκε πήρε από τις αποσκευές το σακβουαγιάζ στο χέρι, κρέμασε στον ώμο τον ντορβά και βγήκε να αναζητήσει ταξί. Άκουγε γύρω του φωνές και οχλαγωγία δεν καταλάβαινε την γλώσσα και απορούσε αν όντως βρισκόταν στην Αθήνα ή σε κάποια άλλη πολιτεία, τόσο πολλοί ήταν οι αλλοδαποί γύρω του. Μπροστά στην πιάτσα των ταξί υπήρχε ένα στέγαστρο και πολλοί άνθρωποι που περίμεναν να επιβιβαστούν, τα ταξί όμως ήταν ανύπαρκτα. Κοίταζε γύρω γύρω σαν χαμένος, σκέφτηκε να τηλεφωνήσει στην κυρία Τριανταφύλλου, αλλά πάλι τον κρατούσε ο εγωισμός του, «-Τι στην ευχή, χαζός ήταν να μην μπορεί να πάει μέχρι τον Ερυθρό Σταυρό;» ξεκίνησε να βγει από το πρακτορείο όταν τον πλησίασε ένας άνδρας σαραντάρης περίπου, «-Φίλε αν ψάχνεις ταξί, έλα μαζί μου», τον ακολούθησε σιωπηλός. Στην στροφή του δρόμου είχε σταθμευμένο το ταξί, μπήκε μέσα και παρήγγειλε «-Στον Ερυθρό Σταυρό», ο οδηγός ξεκίνησε αμέσως. Όταν φθάσανε ρώτησε τι χρωστά και ο οδηγός του ζήτησε πενήντα ευρώ, εκείνος αδιαμαρτύρητα τα έδωσε και κατέβηκε, δεν σκέφτηκε καθόλου να κοιτάξει τι έγραφε στο ταξίμετρο. Προχώρησε και στην πύλη ζήτησε την κυρία   Τριανταφύλλου, ο θυρωρός τηλεφώνησε και του εξήγησε προς τα πού να κατευθυνθεί και ο πάτερ Αβέρκιος προχώρησε προς το μεγάλο κτήριο που έβλεπε μπροστά του. Στην είσοδο του κτηρίου περίμενε μια μεσόκοπη κυρία με τα διακριτικά του Ερυθρού Σταυρού στο σακάκι της, φορούσε ένα καπέλο που του φάνηκε αστείο η οποία τον υποδέχθηκε.
-Ευλογείται, θα είστε ο πάτερ Αβέρκιος;
-Ο Κύριος ευλογεί, απήντησε αυτός σκύβοντας το κεφάλι ελαφρά, ήθελε να βάλει και το δεξί χέρι στο στήθος αλλά ήταν φορτωμένος.
-Ελάτε μαζί μου Πάτερ, είχατε καλό ταξίδι; Ασφαλώς θα πεινάτε.
-Δόξα τω Θεώ, τι κάνουμε τώρα; Που πηγαίνουμε; Ρώτησε ακολουθώντας την κυρία Τριανταφύλλου που προπορευότανε. Φθάσανε στην σκάλα ανεβήκανε στον πρώτο όροφο και πέρασαν στο γραφείο της, μόλις κάθισαν σε δυο καρέκλες αντικριστά άρχισε να μιλά:
-Ξέρετε Πάτερ με τον Ηγούμενο έχουμε τακτική αλληλογραφία, του διαβιβάζουμε τα γράμματα της μητέρας Σας τα τελευταία δέκα χρόνια που περιθάλπεται εδώ.
-Δεν γνωρίζω τίποτα σχετικώς αλλά δεν έχει και σημασία, εγώ είμαι κελλιώτης, ήρθα να κάνοντας υπακοή στον Ηγούμενο, να θάψω την μάνα μου και να γυρίσω πίσω στην ησυχία μου.
-Ξέρω πάτερ πόσο αγαπάτε την ησυχία Σας, αλλά η μάνα Σας δεν πέθανε ακόμα, περιμένει να Σας δει και αυτό την κρατά στην ζωή, θέλει να Σας αφήσει μια παραγγελία.
-Και πως θα την θάψω; Θα περιμένω μέχρι να φύγει; Και αν καθυστερήσει; Θέλω να την ειδώ. Που τι έχετε; Πήρε φόρα ο πάτερ Αβέρκιος
-Ακούστε με προσεκτικά, είστε σε θέση να την αναγνωρίσετε;
Ούτε κεραυνός να ήταν η ερώτηση, σηκώθηκε έκανε μερικά βήματα αμήχανα στο δωμάτιο, κοίταξε το ταβάνι, έβαλε το χέρι στην τσέπη και έβγαλε το κομποσκοίνι του. Ο νους του πέταξε τριανταοκτώ ολόκληρα χρόνια πίσω, ήταν τότε Νοέμβριος του 1973 που του έδωσε χρήματα και τον έστειλε να βρει τον Πάτερ Αβέρκιο στο Άγιον Όρος φίλο του πατέρα της, του παπά Ηλία, να μείνει κοντά του μέχρι να περάσει η μπόρα και να γύριζε πίσω, να φροντίσει για τις αδελφές του.   
-Όχι, όχι δεν την θυμάμαι. Τα αδέλφια μου που είναι;
-Καθίστε Πάτερ, θα παραγγείλω λίγο φαγητό και θα συνεχίσουμε.
Σήκωσε το τηλέφωνο και παρήγγειλε να φέρουν φαγητό, όταν έφθασε ο δίσκος διακριτικά αποχώρησε λέγοντας πως θα επιστρέψει σε λιγάκι και ο πάτερ Αβέρκιος ένιωσε τότε πόσο πεινούσε. Έφαγε ότι υπήρχε στον δίσκο και σηκώθηκε πάλι με το κομποσκοίνι στο χέρι του και την ευχή στο στόμα προσπαθούσε να θυμηθεί, έπρεπε να θυμηθεί αλλά τι να πρωτοθυμηθεί; Πήγε στο Γέροντα, του άρεσε και δεν ξαναζήτησε τίποτα άλλο από τα πρόσκαιρα. Βρήκε ησυχία, γαλήνη, αγάπη, στοργή και δικό του δωμάτιο. Προσπαθούσε να φέρει στο νού του τις μορφές των αδελφών του, μάταια όμως. Πέρασαν πολλά χρόνια, ακόμα μόλις εχθές δυσκολεύτηκε να αναγνωρίσει το εαυτό του στον καθρέπτη. «-Πως χωρούσαμε πέντε άτομα σε ένα δωμάτιο;» σκέφτηκε και έκανε το Σταυρό του. Τους συλλογισμούς διέκοψε η κυρία Τριανταφύλλου που επέστρεψε και κτύπησε την πόρτα:
-Επιτρέπετε;
-Ναι, ναι πως, απήντησε αφηρημένα αυτός.
-Που είχαμε μείνει Πάτερ; Α: ρωτούσα αν είστε σε θέση να την αναγνωρίσετε, αναζητήσατε τα αδέλφια Σας, δεν ζει κανένα.
-Τι γίνανε; Ρώτησε αυτός
-Ίσως να είναι αυτά που θέλει να Σας πει, μπορεί αυτό το θέμα να την κρατά ακόμα ζωντανή, είστε σε θέση να την δείτε ή θέλετε να κοιμηθείτε λίγο και μετά;
-Να κοιμηθώ που;
-Θα σας φιλοξενήσουμε εδώ στον ξενώνα όσο καιρό χρειαστεί μέχρι να τελειώσει αυτή η υπόθεση.
-Όχι προτιμώ να την δώ τώρα.
-Καλώς, ακολουθήστε με, τα πράγματα Σας αφήστε τα εδώ και θα φροντίσω να πάνε στο κελί Σας. Είπε η κυρία και ξεκίνησε, ο πάτερ Αβέρκιος την ακολουθούσε με σκυμμένο το κεφάλι και με το κομποσκοίνι στο χέρι. Ανέβηκαν στον τρίτο όροφο, προχωρώντας σε ένα μεγάλο διάδρομο στρίψανε αριστερά σ’ ένα στενότερο διάδρομο όταν ακούστηκε μια φωνή.
-Προϊσταμένη, προϊσταμένη, γύρισε η κυρία Τριανταφύλλου στην αδελφή που την φώναζε.
-Τι συμβαίνει;
-Ελάτε αμέσως στο 12. Η κυρία Τριανταφύλλου κοίταξε τον πάτερ Αβέρκιο και την αδελφή, αμφιταλαντεύτηκε μια στιγμή και πολύ ψύχραιμα απευθύνθηκε στον Μοναχό.
-Πάτερ περάστε στο 336 και θα έρθω σε λίγα λεπτά, κάτι σοβαρό θα συμβαίνει και πρέπει να πάω.
-Να είναι ευλογημένο, είπε αυτός και προχώρησε να βρει το δωμάτιο 336, δεν άργησε να το ανακαλύψει. Η πόρτα ήταν ανοικτή και πέρασε μέσα. Ένα αρκετά μεγάλο δωμάτιο με θέα προς τον κήπο, είχε έξι κρεβάτια, τρία σε κάθε πλευρά. Τα τέσσερα ήταν κατειλημμένα από ηλικιωμένες γυναίκες, αισθάνθηκε άσχημα και αργά γύρισε προς την πόρτα να φύγει. Από το τελευταίο κρεβάτι κοντά στην πόρτα ακούστηκε αδύναμα μια φωνή να τον καλεί, «-Ηλία, εδώ Ηλία.»
Πόσα χρόνια είχε να ακούσει κάποιον να τον καλεί Ηλία; Πόσοι γνώριζαν το κοσμικό του όνομα; Ακόμα και αυτός το είχε λησμονήσει, πλησίασε αργά και πολύ διστακτικά στο κρεβάτι που προσπαθούσε να ανασηκωθεί η γραία.
-Θέλεις βοήθεια γερόντισσα; Θα φωνάξω περίμενε λίγο.
-Όχι δεν θέλω πλησίασε κοντά μου, πλησίασε κι άλλο αυτός. –Δώσε μου το χέρι σου, άπλωσε αυτό το χέρι του και εκείνη ευλαβικά το πλησίασε στα χείλη της, ο Πάτερ Αβέρκιος το τράβηξε.
-Δεν είμαι Παπάς να μου φιλάς το χέρι.
-Το ξέρω παιδί μου, κάτσε εδώ κοντά μου.
Ο πάτερ Αβέρκιος κοίταζε γύρω σαν χαμένος, σκέφτηκε που είναι η κυρία Τριανταφύλλου να ξεμπερδεύει με αυτήν την συγκίνηση που ένοιωθε. Έκατσε στο καρεκλάκι δίπλα στο κρεβάτι και η ηλικιωμένη γυναίκα ξαναζήτησε το χέρι του, το άπλωσε. Εκείνη το περιεργάστηκε και αναστέναξε:
-Ηλία είσαι ο Ηλίας. Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου, είσαι ο Ηλίας και τα μάτια της βούρκωσαν, άργησες παιδάκι μου.
-Η μάνα μου είσαι; Πως με γνώρισες;
-Εσύ μπορεί να μην με γνώρισες, εγώ από το βήμα σε κατάλαβα
-Τι λες τώρα; Είπε, γιατί νόμιζε πως κάτι έπρεπε να πει, εκείνη την ώρα μπήκε η κυρία Τριανταφύλλου:
-Βλέπω γνωριστήκατε, εγώ δε χρειάζομαι πες τα, πες τα και κίνησε για να φύγει.
-Σταθείτε λίγο, παρακάλεσε ο πάτερ Αβέρκιος, σταθείτε, τι κάνω εγώ τώρα;
-Θα μιλήσετε με την μάνα Σας και εγώ θα γυρίσω σε μια ώρα για τα υπόλοιπα.
-Ποια υπόλοιπα;
-Σε μια ώρα τα ξαναλέμε, ακούστε τι έχει να Σας πει με προσοχή και τα ξαναλέμε σε μια ώρα. Είπε με ύφος που δεν σήκωνε αντίρρηση και έφυγε.
Ο Πάτερ Αβέρκιος γύρισε προς την γραία στο κρεβάτι και άνοιξε το στόμα του:
-Ο Μοναχός δεν έχει οικογένεια μάνα, πατέρα, αδέλφια και λοιπά, δεν έχει κτήματα ζώα μέρμνες, δεν έχει τίποτα, εγώ ήρθα να σε θάψω και εσύ ζεις ακόμα, άμα πεθάνεις θα ξαναέρθω, τα είπε με μια ανάσα και ξεφύσησε.
-Άκου Ηλία:
-Ο Ηλίας πέθανε πριν από πολλά πολλά χρόνια, δεν υπάρχει Ηλίας. Την έκοψε θυμωμένος είμαι ο Αβέρκιος ανάξιος Μοναχός.
-Καλά παιδί μου, όπως θέλεις θα σε λέω Αβέρκιο.
-Θα με λες πάτερ Αβέρκιο, έτσι είναι το όνομα μου άμα θέλεις να συνεχίσουμε την κουβέντα.
-Όπως θέλεις πάτερ Αβέρκιε, άκουσε μόνο λίγα λεπτά, άλλωστε δεν μου μένει και πολύ ζωή ακόμα. Δεν θα σε ταλαιπωρήσω, ξέρω πόσο αγαπάς την ησυχία και τα μουλάρια σου, έχω αλληλογραφία με τον Ηγούμενο το μοναστήρι από τον καιρό που κοιμήθηκε ο  Γέροντας σου, πριν είχα με αυτόν επικοινωνία και μάθαινα όλα αυτά τα χρόνια τι κάνεις.
Ο πάτερ Αβέρκιος άκουγε απορημένος και περίμενε να καταλήξει κάπου η γραία μάνα του, αυτή συνέχισε:
-Ο σωστός μοναχός πρέπει να είναι ακτήμων και εσύ δεν είσαι.
-Είμαι, δεν έχω τίποτα εκτός από τις αμαρτίες μου, την έκοψε.
-Λάθος, έχεις το όνομα του παππού σου, βαπτίστηκες Ηλίας το ξέχασες; Εσύ μπορεί, ο παππούς σου όμως όχι και έγραψε στο όνομα σου το σπίτι και το κτήμα στο χωριό, στο νησί μας.
-Δεν το θέλω.
-Μην το πάρεις, αλλά πρέπει να πάς να τακτοποιήσεις την υπόθεση στο νησί, αν δεν βρεθεί αγοραστής να το μεταφέρεις στον Ερυθρό Σταυρό ή στο Μοναστήρι ή όπου θέλεις εσύ, τώρα είναι δικό σου και έτσι δεν είσαι ακτήμων, μην παινεύεσαι λοιπό γι αυτό, τράβα πούλα το και έλα να με θάψεις σε βεβαιώ πως δεν αργώ.
-Τα αδέλφια μου που είναι; Γιατί δεν το φροντίζουν αυτοί;
-Είναι στο δικό σου όνομα μόνο, τα αδέλφια σου δεν υπάρχουν πια, είσαι ο μόνος που ζεις, ίσως γιατί σε σκεπάζει η ευχή του παππού σου, βλέπεις του κληρονόμησες το όνομα. Για τα αδέλφια σου θα σου πει ο Γέρων Ιάκωβος, ο πνευματικός που έρχεται εδώ και μας αναπαύει, του έχω ζητήσει να σου διηγηθεί τα γεγονότα, γιατί και πως βρέθηκα στη Κοκκινιά, συγχώρεσε με τώρα γιατί κουράστηκα και δεν μπορώ να μιλώ, θέλω να κοιμηθώ.
Άπλωσε το χέρι στο κουδούνι που κρεμότανε πάνω από το προσκέφαλο και μπροστά από την εικόνα της Παναγίας, ασυναίσθητα την πρόλαβε ο πάτερ Αβέρκιος και κτύπησε αυτός το κουδούνι. Σε λίγο ήρθε η κυρία Τριανταφύλλου:
-Τα είπατε; Ρώτησε με ενδιαφέρων.
-Τα είπαμε, απήντησε η γραία από το κρεβάτι προλαβαίνοντας της απάντηση του Μοναχού, -Τα είπαμε με τον Ηλία μου.
Γύρισε το κεφάλι ο πάτερ Αβέρκιος και την κοίταξε επιτιμητικά αλλά δεν είπε κουβέντα, στράφηκε προς την κυρία και ζήτησε να φύγουν, εκείνη δεν έφερε αντίρρηση και τον οδήγησε στον ξενώνα που βρισκότανε στην αυλή του ιδρύματος, σε ένα δωμάτιο που βρισκόταν ήδη τα πράγματα του.
-Εδώ θα μένετε Πάτερ μέχρι να τελειώσει η υπόθεση, αν έρθει πιο αργά ο Γέροντας Ιάκωβος θα τον οδηγήσω εδώ, αν δεν έρθει απόψε αύριο το πρωί θα το ειδοποιήσουμε και θα έρθει οπωσδήποτε, αν θέλετε να επισκεφτείτε την μητέρα Σας, πιστεύω να θυμάστε το δρόμο. Καλή ανάπαυση, ευλογείται.
Έριξε μια ματιά στο δωμάτιο ο πάτερ Αβέρκιος, είδε το σακβουαγιάζ και τον ντορβά πάνω στο κρεβάτι, δύο καρέκλες ένα τραπέζι, με μια γεμάτη φρουτιέρα και δυο μπουκάλια εμφιαλωμένο νερό στην μέση μαζί με μια κρεμάστρα αποτελούσαν το διάκοσμο του. Σε μια άκρη υπήρχε μια πόρτα την άνοιξε και είδε ένα μικρό λουτρό, έριξε λίγο νερό στο πρόσωπο του και γύρισε στο δωμάτιο, απέναντι από το κρεβάτι κρεμότανε στον τοίχο μια μεγάλη εικόνα του Χριστού, έβγαλε το κομποσκοίνι του και γονάτισε μπροστά της.
Προσπάθησε να συγκεντρωθεί στην προσευχή και δεν τα κατάφερνε, ξανά και ξανά μα, άδικος ο κόπος το μυαλό του γύρναγε αλλού. Πόσα χρόνια πέρασαν; Θυμότανε την μάνα του πάντα θλιμμένη στο σπίτι στην Κοκκινιά να του δίνει οδηγίες πώς να βρει τον Γέροντα να του πει πως τον στέλνει ο φίλος του, ο Παπά Ηλίας ο Λουμπαρδιάρης. Θυμότανε ακόμη πως ο Γέροντας του έδειξε φωτογραφία με τον παππού του από τον στρατό, το παππού του δεν τον γνώρισε ποτέ, ήξερε πως ζούσε στο νησί αλλά τίποτα άλλο. Θυμότανε τους αστυνομικούς να ανοίγουν απροειδοποίητα την πόρτα του σπιτιού τους, να παίρνουν το πατέρα του ή τον αδελφό του να του ρίχνουν κι σ’ αυτόν καμιά σφαλιάρα για πλάκα και να φεύγουν και την μάνα του στην γωνιά να κλαίει. Το σπίτι όλο κι όλο δυο δωμάτια και κουζίνα, στο ένα δωμάτιο κοιμόντουσαν μαζί πέντε αδέλφια δύο αγόρια και τρία κορίτσια και στο άλλο ένα κρεβάτι σιδερένιο που κοιμόντουσαν οι γονιοί του, ακουμπισμένο στον τοίχο ένα τραπέζι και μια κρεμάστρα «καλόγερος» γεμάτη ρούχα ακουμπισμένη κι αυτή στον τοίχο για να μην σωριαστεί κάτω. Άλλο ένα τραπέζι στην κουζίνα με αρκετές καρέκλες που καθόντουσαν να διαβάσουν τα κορίτσια και την μάνα συνέχεια να τα μαλώνει. Τι να γίνανε άραγε; Προσπαθεί να σχηματίσει τις μορφές των αδελφών του, αλλά μάταια. Δεν μπορεί, δεν θυμάται πως ήτανε. Σηκώθηκε κάποια στιγμή μονολόγησε:
-Τι με νοιάζει εγώ είμαι Μοναχός, αυτοί δεν υπάρχουν για μένα έτσι κι αλλιώς.
Ένοιωσε το σώμα του μουσκεμένο από τον ιδρώτα, δεν ήταν πρώτη φορά που ίδρωνε τόσο πολύ, αλλά τις άλλες φορές ήταν από τον κόπο στα κτήματα, τώρα δεν κατέβαλε καμία απολύτως προσπάθεια, αυτός ο ιδρώτας ήτανε κρύος, δεν είχε συμβεί άλλη φορά. «-Γερνάω φαίνεται» σκέφτηκε, αλλά πάλι γιατί αυτός ο ιδρώτας μυρίζει έτσι άσκημα; Μήπως έφταιγαν τα καινούργια ρούχα; Όχι δεν φταίγανε τα ρούχα αλλά η πράξη του, τα οικειοποιήθηκε χωρίς ευλογία. Τριανταοκτώ ολόκληρα χρόνια είχε να πλυθεί και δεν μύριζε και δυο μέρες στον κόσμο βρομούσε. Έβγαλε παλιά ρούχα από το σακβουαγιάζ και πέρασε στο λουτρό έκανε ένα ντους που τον αναζωογόνησε και ξάπλωσε στο κρεβάτι, έβαλε τα χέρια πίσω από τον σβέρκο κοιτάζοντας το ταβάνι και αναλογίστηκε ξανά «-Γιατί να μην μπορώ να θυμηθώ τα πρόσωπα τους;»
Από τον βαθύ ύπνο τον ξύπνησε μια μελωδία, προερχότανε από το τηλέφωνο στην τσέπη του, ήταν σκοτεινά στο δωμάτιο έψαχνε κάτω από το μαξιλάρι να βρει το κλεφτοφάναρο, ήταν άδικος ο κόπος, μέχρι να συνειδητοποιήσει πως δεν βρισκόταν στο κελί του σταμάτησε η μελωδία. Ανακάθισε στο κρεβάτι προσπαθώντας να προσανατολισθεί όταν ακούστηκε κτύπος στην πόρτα:
-Δι ευχών
-Των αγίων πατέρων, απήντησε.
Άνοιξε η πόρτα και ένα χέρι πίεσε τον διακόπτη και φωτίστηκε το δωμάτιο:
-Είμαι ο πατήρ Ιάκωβος, εσύ ασφαλώς θα είσαι ο πατήρ Αβέρκιος
-Ευλογείται γέροντα, απήντησε αυτός, Σε περίμενα
-Ξέρεις τι ώρα είναι;
Κοίταξε τους τοίχους να εντοπίσει κανένα ρολόι αλλά δεν υπήρχε, και στράφηκε στον επισκέπτη του.
-Δεν ξέρω, αλλά έχει σκοτεινιάζει, κάθισε γέροντα.
-Δεν θα καθίσω, είναι κοντά εννέα, θα έρθω το πρωί να είσαι έτοιμος θα πάμε κάπου μαζί, αν πεινάς να φροντίσω για φαγητό.
-Όχι όχι δεν πεινώ, άλλωστε υπάρχουν τα φρούτα και είναι και αργά, που θα πάμε, τι πρόγραμμα έχουμε;
-Θα πάμε αύριο να προσκυνήσουμε τον Άγιο Νεκτάριο στην Αίγινα, και στο καράβι θα μάθεις πολλά πράγματα που αγνοείς, είπε ο Γέρων Ιάκωβος και έβγαλε από την τσέπη του ένα ρολόι –Κράτα αυτό να ξέρεις τι ώρα είναι και τα λέμε, Ευλόγησον.
-Καληνύχτα την ευχή σου νάχω, είπε αυτός, έκλεισε την πόρτα και γύρισε πάλι στο κρεβάτι.
Άργησε να κοιμηθεί, έκανε πάλι μια απέλπιδα προσπάθεια να θυμηθεί τις φυσιογνωμίες των αδελφών του και δεν μπόρεσε. Αξημέρωτα σηκώθηκε από συνήθεια, γονάτισε στην εικόνα μπροστά απήγγειλε το εξάψαλμο που θυμόταν απ’ έξω έκανε τις μετάνοιες του και παρακαλούσε μέσα από την καρδιά του την Παναγία να τελειώσει αυτή η ιστορία για να γυρίσει πάλι στο περιβόλι Της. Στις οκτώ περίπου ήρθε ο Γέρων Ιάκωβος, κτύπησε την πόρτα:
-Δι’ ευχών.
-Των αγίων Πατέρων, έλα γέροντα έλα μέσα
Πέρασε μέσα αυτός και χωρίς διάθεση για κουβέντα παρήγγειλε στον πάτερ Αβέρκιο να πάρει μαζί του ράσο επειδή θα πηγαίνανε στο μοναστήρι του Αγίου Νεκταρίου. Σταθμευμένο μέσα στο προαύλιο ένα αυτοκίνητο τους περίμενε, ένας νεαρός τους άνοιξε την πόρτα να μπουν. Ο Γέρων Ιάκωβος εξήγησε πως ο νεαρός που θα τους πάει μέχρι το καράβι είναι γιός του λέγεται Μανόλης και θα τους φέρει πίσω το απογευματάκι. Ο πάτερ Αβέρκιος ακολουθούσε αμίλητος. Επιβιβαστήκαν στο πλοίο της γραμμής για την Αίγινα, δεν είχε πολλούς επιβάτες παρά το γεγονός πως ήταν Ιούλιος μήνας, επειδή ο πολύς κόσμος προτιμά να ταξιδεύει με τα δελφίνια.
-Αυτά είναι πιο γρήγορα και ο κόσμος σήμερα βιάζεται, τρέχει να προλάβει, τρέχει ακόμα και στις διακοπές του, δεν σταματά να τρέχει και το αποτέλεσμα ποιο είναι, να τρέχει και να μην φτάνει ποτέ πουθενά, αλλά εξακολουθεί να τρέχει.
-Γέροντα, για τον κόσμο που τρέχει θα μιλάμε τώρα, έλα στο θέμα μας.
-Είδες πάτερ και Συ τώρα θες να τρέξεις, σε επηρέασε ο κόσμος φαίνεται, ας είναι, πόσον χρονών είσαι πάτερ;
-38 χρονών.
-Εγώ είμαι λίγο παραπάνω, κοντεύω τα εξήντα αλλά σε ρωτάω πότε γεννήθηκες
-Είμαι γεννημένος το 1955 ψιθύρισε ο πάτερ Αβέρκιος, άρα είμαι 56 τι σχέση έχει αυτό;
-Καμία πάτερ, απόλυτα καμία το λέω να κερδίζω χρόνο έτσι, λόγος να γίνεται.
-Ας μην καθυστερούμε άλλο γέροντα, ξεκίνα να που λες τι πρέπει να μάθω, είμαι αρκετά ώριμος να ακούσω οτιδήποτε, αρχίνα λοιπόν.
-Δεν πιστεύω να γνώρισες την μάνα σου, εκείνη όμως σε αναγνώρισε με την πρώτη ματιά, πέρασε δύσκολη ζωή και η τελευταία χαρά που περίμενε ήταν να σε δει από κοντά, αυτό την κρατά μέχρι σήμερα ζωντανή, ξέρεις γιατί μένατε στην Κοκκινιά; Ξέρεις ασφαλώς πως ο παππούς σου ήταν παπάς και πως η μάνα σου ήταν μοναχοκόρη, γιατί δεν ήρθε όμως ποτέ ο παππούς στην Αθήνα, γιατί δεν πήγατε ποτέ στο νησί; Είναι ερωτήματα που ίσως δεν τα σκέφτηκες ποτέ.
-Αυτά είναι κοσμικά πράγματα, εγώ είμαι από πολλά χρόνια Μοναχός και δεν με ενδιαφέρουν.
-Τώρα πρέπει να μάθεις επειδή είναι η τελευταία επιθυμία της μάνας σου.
-Ωραία γέροντα, εξήγησε μου απήντησε ο πάτερ Αβέρκιος απηυδισμένος με όλη αυτήν την καθυστέρηση.

Το παρελθόν

Το καράβι είχε ανοιχτεί καλά στο πέλαγος και ο Γέρων Ιάκωβος κοιτάζοντας τον Μοναχό στα μάτια άρχισε να διηγείται:
-Η μάνα σου παπαδοκόρη και μοναχοπαίδι κλέφτικε με τον πατέρα σου, αυτό δεν της το συγχώρεσε ποτέ. Το χειρότερο κατά την αντίληψη του παππού σου, ήταν, πως αυτός που την έκλεψε, ήταν κομουνιστής. Είχε αντιληφτεί ο παπά Ηλίας το ειδύλλιο που πλεκόταν και προσπάθησε να το εμποδίσει καταγγέλλοντας τον πατέρα σου ως κομουνιστή στην χωροφυλακή, αυτός συνελήφθηκε έκανε στο κρατητήριο μερικές ημέρες και μόλις βγήκε ξαναπλησίασε την μάνα σου, εκείνη τότε παιδούλα ήταν δεκαέξι χρονών, αντί να ακούσει τον πατέρα της άκουσε την καρδιά της και γκαστρώθηκε  από τον πατέρα σου, νομίζοντας πως θα εκβιάσει με αυτόν τον τρόπο τον πατέρα της να δώσει την ευχή του για τον γάμο. Ο παπά Ηλίας στεναχωρήθηκε πολύ αλλά ήταν ανένδοτος, ο πατέρας σου βλέπεις ήταν ένα μίασμα, κομουνιστής, έτσι κλέφτηκαν και κατέφυγαν στην Κοκκινιά. Στεφάνι δεν βάλανε ποτέ και πώς να το βάζανε; Ποιος παπάς θα τους πάντρευε χωρίς χαρτιά;  Ο Γιάννης ο αδελφός σου, ο μεγάλος γεννήθηκε στο σπίτι στην Κοκκινιά, με τον παραδοσιακό τρόπο με μαία, δεν υπήρχε χρήμα για το μαιευτήριο ούτε και χρόνος για να μαζευτεί. Έρανο κάνανε στην γειτονία για τις πρώτες ανάγκες της οικογένειας, υπήρχε τότε ανθρωπιά, σήμερα είναι διαφορετικά τα πράγματα. Ο πατέρας σου προσπαθούσε να κάνει μεροκάματα από δω και από εκεί, στην λαχαναγορά και στις οικοδομές τα κυνηγούσε, αλλά δύσκολα τα έβρισκε. Μόνιμη δουλειά δεν μπορούσε να βρει λόγω κοινωνικών φρονημάτων. Αγαπιόντουσαν με την μάνα σου και ένα χρόνο αργότερα γεννήθηκε η Μαρία, εσύ είσαι ο τρίτος, αυτό το θυμάσαι σίγουρα, μετά ήρθαν οι μικρές η Ελένη και η Ζαμπία που ήταν φιλάσθενη.
Όση ώρα ο Γέρων Ιάκωβος μιλούσε ο πάτερ Αβέρκιος άκουγε προσεκτικά, αλλά απέφευγε το βλέμμα του, αυτό το βλέμμα ήταν πολύ διεισδυτικό και αυτός δεν ήθελε να εκδηλωθεί. Θυμήθηκε τις σφαλιάρες από τους ασφαλίτες που έμπαιναν και έβγαιναν στο σπίτι τους απροειδοποίητα και ασυναίσθητα σήκωσε το χέρι του να φυλάξει τον σβέρκο του. Ο Γέροντας έκανε πως δεν κατάλαβε και συνέχισε την διήγηση.
-Ακόμα και όταν έβρισκε μεροκάματο ήταν μισερό, επτά στόματα δεν είχε να θρέψει χώρια το νοίκι και τα φάρμακα, έτσι συχνά κατέφευγε στην παρανομία, δεν έκλεβε, έκανε τον τσιλιαδόρο στο λιμάνι και στην Τρούμπα, μετέφερε και λαθραία αλλά πάντα με την ψυχή στο στόμα, η μάνα σου το ήξερε αλλά έκανε πως δεν καταλάβαινε. Τα πιο δύσκολα ήρθαν το 1967 με την επανάσταση, συνελήφθηκε από τους πρώτους και σε λίγους μήνες ειδοποίησαν την μάνα σου να πάει στο νεκροτομείο να πάρει το πτώμα του, εκείνη επήγε και εκεί ένας  καθηγητής της πρόσφερε ένα σεβαστό ποσό για να κρατήσει το νεκρό σώμα, να πειραματίζονται οι φοιτητές της ιατρική και εκείνη δέχθηκε. Μην την κατηγορήσεις, ήταν μεγάλη η φτώχια και να έχει πέντε παιδιά να θρέψει. Ο Γιάννης ο μεγάλος έκανε ίσαμε τότε, όποτε έβρισκε μεροκάματα στις οικοδομές τις άλλες μέρες βρισκότανε συνέχεια στο καφενείο, εκεί συχνάζανε κρυφοκουμουνιστές ομοϊδεάτες του πατέρα του, μετά το γεγονός αυτό προσχώρησε στην ομάδα και πέρασε με αυτόν τον τρόπο στην παρανομία, τον έπιασαν πολλές φορές έφαγε αρκετό ξύλο, αλλά όταν πάντα γύριζε στο καφενείο και αναπτερωνόταν το ηθικό του. Την ίδια εποχή την Μαρία την είχε πάρει παραδουλεύτρα μια φημισμένη αρτίστα της εποχής, έμενε στο σπίτι της και μια φορά την εβδομάδα ερχόταν να δει την μάνα σας, να αφήσει λίγα χρήματα που συνέχεια λιγόστευαν, επειδή νόμιζε η Μαρία πως πρέπει και αυτή να καλλωπίζεται σαν την αφεντικίνα της, και στο τέλος κατάντησε πόρνη στο λιμάνι και πέθανε μαχαιρωμένη σε κάποιο στενό, η αρτίστα ανέλαβε όλα τα έξοδα της ταφής.
Θαμπά του έρχονταν στο μυαλό εικόνες του πάτερ Αβέρκιου, θυμότανε τα δυο μικρά κορίτσια στο τραπέζι να διαβάζουν και την μάνα του από πάνω να τα μαλώνει συνέχεια. Πήρε μια ανάσα ο Γέρων Ιάκωβος και συνέχισε.
-Η μάνα σου απελπισμένη έγραψε στον πατέρα της να ζητήσει βοήθεια κι εκείνος έστειλε ένα ασήμαντο χρηματικό ποσό. Έγραφε πως δέχεται να πάρει τα παιδιά στο νησί, αλλά εκείνη δεν έπρεπε να ξαναπατήσει το πόδι της, ούτε και ήθελε να την δει. Μεγάλος καημός, πώς να χωριστεί τα παιδιά; Το είπε του Γιάννη και αυτός απείλησε πως θα πάει στο νησί να του κάψει το σπίτι, έκανε μεγάλο αγώνα για να τον αποτρέψει. Εσύ πάτερ τότε τέλειωνες το σχολείο και πήγες στο μαραγκούδικο θυμάσαι;
Κούνησε καταφατικά το κεφάλι ο πάτερ Αβέρκιος, «-Θυμάμαι, αν θυμάμαι λέει;» ο Γέρων Ιάκωβος συνέχισε:
-Πήγε φαντάρος ο Γιάννης, υπηρέτησε μόνο δώδεκα μήνες ως προστάτης, μετά το κέντρο σε τάγμα ανεπιθύμητων και όταν γύρισε είχε γιγαντωθεί η αντίσταση, δεν άργησε να οργανωθεί πάλι και στην εξέγερση τόσο της Νομικής όσο και του Πολυτεχνείου ήταν από τους πρώτους κι ας μην υπήρξε ποτέ φοιτητής. Βρέθηκε νεκρός σε κάποιο παράδρομο στα Εξάρχεια, τότε η μάνα σου ξαναέγραψε στον παππού σου και εκείνος έστειλε χρήματα και την προέτρεψε να σε στείλει στον φίλο του στο Άγιον Όρος προσωρινά, και έμεινε η μάνα σου μόνο με τα κορίτσια που θα γύριζες να φροντίσεις, αλλά εσύ δεν γύρισες, και τίθεται το ερώτημα, Γιατί δεν γύρισες πάτερ όταν έπρεπε; Εξασφαλίστηκες στην ησυχία του όρους και ξέχασες, είχες όμως αυτό το δικαίωμα;
Σηκώθηκε από το κάθισμα ο πάτερ Αβέρκιος, τον έπιασε από το χέρι ο γέροντας, «-Κάθισε μην απαντάς ρητορικό ήταν το ερώτημα» και συνέχισε.
-Ο παππούς σου, ο παπά Ηλίας πρότεινε να του στείλει και το ένα κορίτσι στο νησί και με ένα μοναχά παιδί θα μπορούσε να τα βολέψει και η φουκαριάρα η μάνα σου μη έχοντας περιθώρια εκλογής δέχθηκε και η Ζαμπία ταξίδεψε για το νησί μονάχη στο καράβι κοριτσάκι 13 χρονών και φιλάσθενο, μπορείς να φανταστείς την κατάσταση; Μάλλον όχι. ¨όμως θα συνεχίσουμε στον γυρισμό γιατί φτάσαμε.
-Αχ, ένας βαθύς στεναγμός βγήκε από το βάθος των πνευμόνων του πάτερ Αβέρκιου, άχ, δεν μπορούσε να ερμηνεύσει τα αισθήματα του, δεν ήξερε τι να νοιώσει θυμό, οργή ή τύψεις. Σηκώθηκε και ακολούθησε τον Γέροντα Ιάκωβο, ανεβήκαν σε ταξί και πήγανε για το Μοναστήρι του Αγίου Νεκταρίου. Προσκύνησαν την Αγία Κάρα και ο γέροντας ζήτησε να τον δεχθεί η Ηγουμένη λέγοντας το όνομα του, δεν άργησε να έρθει η Ηγουμένη, πήρε την ευχή του γέροντα  και έκανε σχήμα προς τον Μοναχό:
-Ευλογείτε, καλώς ορίσατε, ελάτε μαζί μου, είπε και προπορεύτηκε προς το σπίτι του Αγίου, κάθισαν στα παγκάκια κάτω από το μεγάλο δέντρο.
-Γερόντισσα ξέρεις γιατί ήρθαμε, ο πάτερ Αβέρκιος είναι Αγιορείτης Μοναχός και ήλθε να εκτελέσει το καθήκον του, να θάψει την μάνα του.
-Πάντα στο κέντρο του θέματος γέροντα, χωρίς περιστροφές, δεν θέλετε ένα καφέ μια πορτοκαλάδα.
-Όχι γερόντισσα δεν θα σας απασχολήσουμε πολύ, ήρθαμε για κάτι συγκεκριμένο και θα φύγουμε με το ίδιο καράβι σε δυο ώρες και έχει περάσει κι όλας η μισή.
-Περιμένετε δυο λεπτά και θα γυρίσω, είπε η Ηγουμένη και έφυγε
Ο πάτερ Αβέρκιος κοίταξε τον γέροντα απορημένος:
-Δεν ήρθαμε για να προσκυνήσουμε τον Άγιο;
-Ασφαλώς αλλά με την ευκαιρία έχεις εδώ μια παραγγελία.
-Κι άλλη; Τι συμβαίνει; Θα με τρελάνεις γέροντα;
-Όχι δεν το έχω σκοπό, λοιπόν η Ζαμπία πήγε μεν στον παππού σου, αλλά δεν έμεινε πολλά χρόνια, μόλις τελείωσε το γυμνάσιο ήρθε εδώ σε αυτό το μοναστήρι, έχει κοιμηθεί εδώ και χρόνια, αλλά άφησε ένα τετράδιο ημερολόγιο με την παραγγελία, αν ποτέ έρθεις να στο δώσουν, τι γράφει δεν γνωρίζω, αμφιβάλλω αν γνωρίζει κανείς, έχει όμως η γερόντισσα την υποχρέωση να στο παραδώσει και αυτό το τετράδιο πάει να φέρει.
Πράγματι σε λίγο επέστρεψε η Ηγουμένη κρατώντας στα χέρια ένα φάκελο κλειστό και μια εικόνα του Αγίου, τα έδωσε στα χέρια του γέροντα Ιακώβου
-Αυτά είναι η μακαρίτισσας ο Θεός να της συγχωρέσει, με θέλετε τίποτα άλλο;
-Όχι γερόντισσα, Σας ευχαριστούμε πολύ.
-Ευλογείτε τις ευχές σας, είπε και κάνοντας μια ελαφρά υπόκλιση έφυγε.
Ο γέροντας έδωσε το φάκελο και την εικόνα στον πάτερ Αβέρκιο λέγοντας:
-Αυτά σου ανήκουν τώρα, πάμε το ταξί μας περιμένει να επιστρέψουμε στο λιμάνι έχουμε κι άλλα να πούμε.
Ο πάτερ Αβέρκιος ένοιωθε πολύ κουρασμένος, ακολουθούσε τον γέροντα σιωπηλός κοιτάζοντας τον φάκελο που κρατούσε στα χέρια του, αναλογιζότανε τι να περιέχει αλλά πάλι θυμότανε την ευχή του Αγίου Εφραίμ. Θεέ μου, πνεύμα περιεργείας μην μου δώσεις ψιθύρισε, τα χέρια του όμως ίδρωναν και πρόδιναν την αγωνία του. Το κατάλαβε ο γέροντας και το δικαιολόγησε «-Ιούλιος βλέπεις και η ζέστη αφόρητη». Στο λιμάνι ο κόσμος είχε αρχίσει να επιβιβάζεται στο καράβι που θα τους γύριζε στον Πειραιά, ανέβηκαν και κατευθυνθήκαν στην ίδια γωνιά που καθόντουσαν όταν ερχόντουσαν στην Αίγινα, κάθισαν και ο πάτερ Αβέρκιος δεν κρατήθηκε:
-Τι έγινε η Ελένη;
-Αγωνιάς; Κάνε λίγο υπομονή να παραγγείλω δυο καφεδάκια και θα συνεχίσουμε, αυτή είναι μια ακόμα πονεμένη περίπτωση, εν τω μεταξύ όμως αν θέλεις να ανοίξεις το φάκελο κάντο τώρα.
-Όχι, σίγουρα όχι και πιο χαμηλόφωνα συνέχισε με την γνωστή ευχή:
Κύριε, καὶ Δέσποτα τῆς ζωῆς μου, πνεῦμα ἀργίας, περιεργίας, φιλαρχίας, καὶ ἀργολογίας μὴ μοὶ δῶς.
Πνεῦμα δὲ σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καὶ ἀγάπης, χάρισαί μοὶ τῶ σῶ δούλω.
Ναί, Κύριε Βασιλεῦ, δώρησαί μοὶ τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμὰ πταίσματα, καὶ μὴ κατακρίνειν τὸν ἀδελφόν μου, ὅτι εὐλογητὸς εἶ, εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
-Όπως αγαπάς, πάω για τους καφέδες και έρχομαι.
Άργησε λιγάκι αλλά ήρθε ο Γέρων Ιάκωβος κρατώντας ένα δίσκο με καφέδες και δυο κουλούρια έκατσε δίπλα στον πάτερ Αβέρκιο και ρώτησε.
-Λοιπόν που είχαμε μείνει;
-Ρώταγα γέροντα για την Ελένη.
-Α, α ναι, καλά λες, αλλά πριν πάμε στην Ελένη να συνεχίσουμε με την Ζαμπία, πήγε στον παππού σου κοντά, αλλά δεν πέρασε καλά. Ηλικιωμένος ο παπά Ηλίας και τελείως άβουλη η παπαδιά του, το κορίτσι βρέθηκε στην ουσία μόνο του, να ακούει τον παππού του συνέχεια να της λέει για την μάνα της, πως κλέφτικε και αστεφάνωτη έκανε πέντε παιδιά τα οποία είναι νόθα, κουράστηκε κάποτε και υπέκυψε στην προτροπή του, υποσχέθηκε να του κάνει υπακοή που λέτε εσείς οι καλογέροι και να κλειστεί στο μοναστήρι, να κλαίει για την αμαρτία της μάνας της και να ζητά από τον Θεό συγχώρεση. Η Ζαμπία ήταν φιλάσθενο άτομο, στο μοναστήρι βρήκε στοργή και αγάπη και πολλά βιβλία να διαβάζει, ήταν βλέπεις μελετηρή και φιλομαθής, αλλά δεν έζησε πολύ την κατέβαλαν οι αρρώστιες που ερχόντουσαν απανωτές και με ποικιλία τέτοια που στο τέλος πίστευε πως ήταν από τις κατάρες του παπά Ηλία, πιθανόν στο φάκελο να βρεις απαντήσεις.
-Φεύγε και σώσου, αυτό έκανε, είπε ο πάτερ Αβέρκιος, για να κόψει τον μονόλογο αυτόν που δεν του ήταν ευχάριστος, αλλά πάλι τον έτρωγε η περιέργεια και δεν κρατήθηκε:
-Με την Ελένη τι έγινε;
-Αχ η Ελένη ήταν και αυτή άτυχη, βρέθηκε μόνη με την μάνα σας σε ένα σπίτι άδειο. Λίγους μήνες από τότε που έφυγες νομιμοποιήθηκε το Κομουνιστικό Κόμμα και μπόρεσε να πιάσει δουλειά η μάνα σου και η αδελφή σου η Ελένη που σταμάτησε το σχολείο σε μια βιοτεχνία παπουτσιών στο Μοσχάτο, μετακόμισαν εκεί για να είναι κοντά και ξεκίνησε μια άλλη φάση της ζωής. Νοίκιασαν ένα μικρό σπιτάκι και με κόπο και υπερορίες πολλές το επίπλωσαν και περνούσαν καλά, ζούσαν αγαπημένες, μαζί πήγαιναν στην δουλειά μαζί γύριζαν, μαγείρευαν και ζύμωναν ακόμα και ψωμί και το σπίτι μοσχοβολούσε. Καμιά Κυριακή η μεγάλη σχόλη δεν έλειπαν από την εκκλησία. Τα χρόνια περνούσαν και στα 1985 η Ελένη ερωτεύτηκε κάποιον, έτσι τουλάχιστον νόμιζε, και το είπε στην μάνα της. Εκείνη αντέδρασε, ρώτησε αν ήταν κουμουνιστής, δεν είχε ξεπεράσει ποτέ το δικό της στραπάτσο, αλλά ο υποψήφιος γαμπρός δεν ήταν, και δέχθηκε να έρθει να τον γνωρίσει. Στην όμως φοβήθηκε πως με τον γάμο αυτόν που θα γινότανε, θα την παρατούσε μονάχη. Όταν η Ελένη έφερε τον αγαπημένο της στο σπίτι, η μάνα σου τρελάθηκε,  αυτός ήταν παραπάνω από πενήντα χρονών, σχεδόν συνομήλικος της, πως θα τον έκανε γαμπρό;
-Και μετά με ενδιαφέρον ρώτησε ο πάτερ Αβέρκιος -Και μετά;
-Και μετά, όταν έφυγε ο γαμπρός είπε τις αντιρρήσεις της, η Ελένη όμως ήταν ερωτευμένη και δεν άλλαζε γνώμη. Ήταν η πρώτη φορά που μαλώσανε έντονα μάνα και κόρη. Το άλλο πρωί η μάνα σου κατά την διάρκεια του πρωινού πριν ξεκινήσουν για την δουλειά, έδωσε την συγκατάθεση της, όπως είπε εκείνη την ώρα για να μην ξαναμαλώσουμε ποτέ και για κανέναν λόγο, ή άνθρωπο, η Ελένη την αγκάλιασε την φίλησε και από εκείνη την ημέρα άρχισε να κάνει τα σχέδια του γάμου. Ο γαμπρός ο Νεοκλής ζούσε μονάχος στο Μοσχάτο και αυτός, ήταν προμηθευτής στο εργαστήριο παπουτσιών που δούλευαν η Ελένη και η μάνα σου, εκεί τον γνώρισε. Ο Νεοκλής προσπαθούσε να επισπεύσει όσο γινόταν τον γάμο, νοίκιασε ένα τριάρι διαμέρισμα σε πολυκατοικία, με σκοπό να ζήσει μαζί και η πεθερά του, πήρε και δάνειο και το επίπλωσε καλά. η Ελένη ήταν ευτυχισμένη, η μάνα όμως δεν ήταν χαρούμενη και όσο αν προσπαθούσε να μην το δείχνει αυτό ήταν εμφανές. Έφτασε η ημέρα του γάμου, και μετά το μυστήριο οι νεόνυμφοι μπήκαν στο αυτοκίνητο να πάνε μέχρι το φωτογραφείο να βγάλουν αναμνηστικές πόζες. Στο σαλόνι του φωτογραφείου ώσπου να ετοιμάσει ο φωτογράφος φώτα και ντεκόρ, ο Νεοκλής αισθάνθηκε μια δυσφορία άρχισε να ιδρώνει και τα χέρια του να παγώνουν, η Ελένη τρόμαξε και ο φωτογράφος επίσης, τηλεφώνησε στις πρώτες βοήθειες και το ασθενοφόρο δεν άργησε να έρθει, ώσπου όμως να φθάσει στο νοσοκομείο είχε παραδώσει το πνεύμα ο Νεοκλής. Η διάγνωση «Οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου», η νεκροψία που υποχρεωτικά έγινε το επιβεβαίωσε.
-Γέροντα τι μου λες, θέλεις να με τρελάνεις ή μου λες παραμύθια.
-Πάτερ αν θέλεις με πιστεύεις, αν δεν θέλεις δικαίωμα σου, εγώ έχω υποχρέωση να στα πω και συνεχίζω. Δεν μετακόμισαν στο διαμέρισμα αλλά εξακολουθούσαν να ζουν στο ίδιο σπίτι αλλά σαν δυο ξένες μεταξύ τους, μετά τον γάμο η μάνα σου και η αδελφή σου δεν άλλαζαν κουβέντα πέρα από τις τελείως απαραίτητες για να συνεννοηθούν, ούτε ακόμα και καλημέρα δεν λέγανε μέχρι το 1990 που έκλισε η βιοτεχνία που δούλευαν. Η μάνα σου μπόρεσε και έβγαλε μια μειωμένη σύνταξη και τα βόλευαν μέχρι που εντάχτηκε η Ελένη στον Ερυθρό Σταυρό και εκπαιδεύτηκε ως νοσηλεύτρια, λίγο καιρό αργότερα εγκαταστάθηκε και η μάνα σου στο ίδρυμα και βοηθούσε όσο μπορούσε στα μαγειρεία, η σύνταξη της μέχρι και σήμερα πηγαίνει στο ταμείο του Ερυθρού Σταυρού.
-Καλά και η Ελένη;
-Δεν ζει και αυτή, μαράζωνε μέρα με την ημέρα για το κακό που την βρήκε, το απέδιδε στην αντίρρηση που προέβαλε η μάνα σου στην αρχή, το τέλος ήρθε από ένα επιπόλαιο τραύμα στο χέρι που μολύνθηκε, έκανε απόστημα και χρειάστηκε χειρουργική επέμβαση, δεν ξύπνησε από την νάρκωση ποτέ. Σήκω όμως γιατί φτάσαμε στον Πειραιά, μας περιμένει ο Μανόλης να πάμε στο σπίτι να φάμε να γνωρίσεις την οικογένεια μου.
Έκανε τον Σταυρό ο πάτερ Αβέρκιος, ψέλλισε να’ναι ευλογημένο και σιωπηλώς ακολούθησε τον γέροντα Ιάκωβο προς την έξοδο. Περασμένες τρείς έφθασαν στο σπίτι του γέροντα στην Αμφιάλη, το τραπέζι στρωμένο τους περίμενε και γύρω του η παπαδιά και τα άλλα έξι παπαδοπαίδια, πριν κάνουν την προσευχή σύστησε ο γέροντας στα παιδιά του τον πάτερ Αβέρκιο και κατόπιν ανέφερε τα ονόματα τους, δεν συγκράτησε κανένα ο πάτερ Αβέρκιος το μυαλό του ήταν αδύνατον να συγκεντρωθεί σε κάτι, μόνο της παπαδιάς το όνομα συγκράτησε την λέγανε Υπομονή, και ήταν παπαδοκόρη όπως και η μάνα του. Όταν τελείωσε το φαγητό ο γέροντας πρότεινε στον πάτερ Αβέρκιο να ξεκουραστεί, διέθετε δωμάτιο για φιλοξενία στο σπίτι, εκείνος αρνήθηκε. Ζήτησε να μάθει τι περιλαμβάνει το πρόγραμμα ακόμα και πότε θα επιστρέψει στο κελί του, του έλειπε η ησυχία του Όρους, είχε αρχίσει να κουράζεται στην οχλοβοή του κόσμου, αισθανότανε βρώμικος, αποζητούσε ένα κρύο ντους, αυτός που τριάνταοκτώ χρόνια δεν ένιωσε αυτήν την ανάγκη. Ο γέροντας κατανοώντας την ένταση του, του εξήγησε πως θα ταξίδευαν την επομένη το βράδυ για το νησί, θα τον συνόδευε επειδή δεν ήθελε να τον αφήσει ξεκρέμαστο στον «κόσμο» που τόσο τον τρόμαζε, σε μερικές ημέρες θα τελείωνε η αποστολή του, ίσως γίνει και η κηδεία και θα επέστρεφε στην βάση του. Ο Μανόλης ήταν έτοιμος να τον πάει μέχρι τον Ερυθρό Σταυρό, χαιρέτισε την παπαδιά, ζήτησε την ευχή του γέροντα και προχώρησε προς την εξώπορτα, η φωνή του Γέροντα Ιακώβου τον σταμάτησε:
-Πάτερ ξέχασες το φάκελο. Τον πήρε στα χέρια και ακολούθησε τον Μανόλη.
Στο δωμάτιο του στον ξενώνα ακούμπησε τον φάκελο στο τραπέζι, έριξε λίγο νερό στο πρόσωπο του που έκαιγε, ήπιε δυο ποτήρια νερό και έκατσε στην καρέκλα. Το βλέμμα του ασυναίσθητα πήγε στον φάκελο, τον άρπαξε με σκοπό να τον ανοίξει ψάχνοντας κάτι για χαρτοκόπτη είδε την εικόνα στον τοίχο, άφησε αμέσως τον φάκελο στο τραπέζι σαν να του έκαψε τα χέρια και γονάτισε μπροστά στην εικόνα:
-Κύριε, καὶ Δέσποτα τῆς ζωῆς μου, πνεῦμα ἀργίας, περιεργίας, φιλαρχίας, καὶ ἀργολογίας μὴ μοὶ δῶς.
Πνεῦμα δὲ σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καὶ ἀγάπης, χάρισαί μοὶ τῶ σῶ δούλω.
Ναί, Κύριε Βασιλεῦ, δώρησαί μοὶ τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμὰ πταίσματα, καὶ μὴ κατακρίνειν τὸν ἀδελφόν μου, ὅτι εὐλογητὸς εἶ, εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Επανέλαβε  πολλές φορές την ευχή και κάποια στιγμή ηρέμησε, «-Μπα, σε καλό μου Σαρακοστή έχουμε;» σηκώθηκε και πήγε στο κρεβάτι, κοιμήθηκε βαθιά, τον ξύπνησε ένας κτύπος στην πόρτα, «Δι’ ευχών» «-Των Αγίων Πατέρων, περάστε» απήντησε ήταν ο Μανόλης.
-Πάτερ ρωτάει ο πατέρας θέλετε να έρθετε στην Αγρυπνία του Αγίου Νικοδήμου;
-Νωρίς είναι ακόμα, έχουμε μέρες μπροστά μας.
-Όχι απόψε είναι,
-Χθες παιδί μου μπήκε ο Μήνας.
-Εσείς πάτε με το παλαιό, δεν έχει σημασία αυτό θα έρθετε ή όχι;
-Όχι, όχι προτιμώ να ξεκουραστώ να είμαι έτοιμος για το αυριανό ταξίδι.
-Όπως αγαπάτε, πάτερ, ευλογείτε, είπε το παπαδοπαίδι και έφυγε περπατώντας προς τα πίσω. Όταν έκλισε την πόρτα ο πάτερ Αβέρκιος χαμογέλασε ικανοποιημένος, μπόρεσε και αρνήθηκε ευγενικά μια πρόταση, χωρίς να προσβάλει τον γέροντα Ιάκωβο και παράλληλα δεν εξόκειλε από τα παραδεδομένα να μετάσχει δηλαδή σε ακολουθίες και ειδικά σε αγρυπνία με το παπικό ημερολόγιο, αυτό ήταν συνεχιστής μια ζωντανή παράδοσης αιώνων, που μόνο οι αγιορείτες έχουν το προνόμιο να διατηρούν. «-Ο Θεός να τους συγχωρέσει» είπε αναπαυμένος και πήγε στο λουτρό να κάνει το ντους εκείνο που το είχε ανάγκη. Όταν τέλειωσε δεν νύσταζε παρά το γεγονός πως η ώρα ήταν περασμένη, έκατσε στην καρέκλα δίπλα στο τραπέζι και το μάτι του πάλι πήγε στον φάκελο που τον προκαλούσε, τον έπιασε στα χέρια και ξανακοίταξε στην μεριά της εικόνας, ύστερα αποφασιστικά άνοιξε το σακβουαγιάζ και το έβαλε στον πάτο, το σκέπασε με ρούχα και είπε δυνατά «-Δεν υπάρχει, τουλάχιστον μέχρι να γυρίσω στο κελί μου». Σαν να είχε φύγει ένα μεγάλο βάρος από πάνω του ξάπλωσε στο κρεβάτι με τα ρούχα, στο μυαλό του στριφογύριζαν όσα του είχε διηγηθεί το πρωί ο γέροντας Ιάκωβος, σκέφτηκε να ανέβει να δει την μάνα του, αλλά τον συγκράτησε αφ’ ενός η ώρα που ήταν περασμένη και αφ’ ετέρου θυμήθηκε την κατήχηση στην κουρά του
«Γίνωσκε οὗν ἀπὸ τῆς παρούσης ἡμέρας σταυροῦσθαι, καὶ νεκροῦσθαι τῷ κόσμῳ, διὰ τῆς τελειοτάτης ἀποταγῆς, ἀποτάσσῃ γὰρ γονεῦσιν, ἀδελφοῖς, γυναικί, τέκνοις, πατράσι, συγγενείαις, ἐταιρείαις, φίλοις, συνήθεσι, τοῖς ἐν κόσμῳ θορύβοις. . . . .»
«-Εγώ είμαι ασκητής, εγώ είμαι Μοναχός δεν με ενδιαφέρουν αυτά, να περάσουν δυο μέρες και θα γυρίσω και όλα αυτά θα ξεχαστούν». Πρώτη φορά μετά από τριάνταοκτώ χρόνια δεν σηκώθηκε αξημέρωτα από το κρεβάτι, αλλά όταν ήρθε ο Γέρων Ιάκωβος το μεσημέρι κοιμόταν ακόμη.
-Ξύπνα πάτερ, σε κατέβαλε ο κόπος του κόσμου;
-Ευλόγησον γέροντα, δεν ξέρω τι έπαθα, ζήτησε συγνώμη με το καλογερίστικο τρόπο ο πάτερ Αρσένιος και έβαλε μετάνοια στον γέροντα Ιάκωβο.
-Δεν πειράζει αδελφέ, δεν χάλασε ο κόσμος.
-Ο πειρασμός, ο πειρασμός αυτός φταίει.
-Καλά καλά, είπε ο γέροντας, -Άστα, αυτά και έλα να φάμε, σήμερα μου κάνει εσύ το τραπέζι και λέγοντας αυτά ακούμπησε στο τραπέζι τις τσάντες που κρατούσε.
Όταν απόφαγαν ο γέρων Ιάκωβος ρώτησε χωρίς περιστροφές τον πάτερ Αβέρκιο:
-Λοιπόν τι περιείχε το φάκελο που σε άφησε ξάγρυπνο, αλλιώς πως θα κοιμόσουν μέχρι αυτήν την ώρα;
Σήκωσε τους ώμους αδιάφορα ο πάτερ Αβέρκιος
-Δεν ξέρω, θα τον πάω στον Γέροντα και εκείνος θα το εξετάσει, ίσως είναι κάτι που δεν πρέπει να μάθω, ίσως πάλι πρέπει να ξέρω, ο Γέροντας θα αποφασίσει και εγώ θα κάνω υπακοή.
Ήταν σειρά του γέροντα Ιακώβου να εκπλαγεί δεν πίστευε στα αυτιά του με αυτό που άκουγε.
-Αυτό αδελφέ  μου αφορά εσένα
- Πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν καὶ ὑπείκετε· αὐτοὶ γὰρ ἀγρυπνοῦσιν ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ὑμῶν ὡς λόγον ἀποδώσοντες· Έτσι δεν λέει ο Παύλος;
-Σωστά έχεις απόλυτο δίκιο, είπε ο γέροντας, άμα είσαι Μοναχός βλέπεις αλλιώτικα τα πράγματα, λοιπόν αν είσαι έτοιμος θα κάνουμε μια βόλτα στην Αθήνα με το αυτοκίνητο να την γνωρίσεις και θα περάσουμε από την παλιά σου γειτονιά  πριν επιβιβαστούμε στο πλοίο, το πρωί θα είμαστε στο νησί.

 Το ταξίδι στο νησί

Ο Μανόλης τους περίμενε και έκανε μια μεγάλη βόλτα στην Αθήνα, όλα μα όλα του φαινόντουσαν άγνωστα, είδε στα φανάρια παιδάκια βρώμικα και ξυπόλυτα, είδε αλλοδαπούς να περιφέρονται και μια πόλη βρώμικη, συνέχισε το δρομολόγιο προς τον Πειραιά, πέρασε από την Κοκκινιά και ο γέροντας, του έδειξε μια πολυκατοικία «-Εδώ ήταν το σπίτι σου», δεν αναγνώρισε τίποτα και ζήτησε να επισπεύσουν την βόλτα γιατί δεν τον ανέπαυε. Το καράβι μόλις είχε ανοίξει τις πόρτες για τους επιβάτες και ανεβήκαν από τους πρώτους. Ο πάτερ Αβέρκιος θέλησε να πληρώσει τα εισιτήρια, όμως ο γέροντας τον πρόλαβε.
-Είναι τακτοποιημένα όλα προτού ανεβείς, δεν είναι σαν το μοτόρι το δικό σας που όποιος έχει πληρώνει και όποιος δεν έχει, ταξιδεύει δωρεάν. Έχουμε καμπίνα δική μας θα μας οδηγήσει ο καμαρότος και θα κοιμηθούμε μέχρι να φτάσουμε, πρέπει να είμαστε φρέσκοι επειδή ο πρώτος άνθρωπος που θα δούμε το πρωί θα είναι ο Δεσπότης.
-Σοβαρά τα λες; Θα μπλέξουμε και τους δεσποτάδες στην ιστορία;
-Ο παππούς σου άφησε διαθήκη με διαχειριστή τον Δεσπότη μέχρι να έρθεις, αν δεν παρουσιαστείς μέχρι να πεθάνεις θα περάσει στην ιδιοκτησία της Μητροπόλεως το κτήμα.
-Ε! και λοιπόν ας περάσει, εγώ θα είμαι ακτήμων
-Όχι ακριβώς, μέχρι να πεθάνεις δεν θα είσαι.
-Ναι σωστά γέροντα, πάμε παρακάτω, τι κάνουμε τώρα;
-Να ο καμαρότος, θα μας πάει στην καμπίνα μας, σε πειράζει να κοιμηθούμε μαζί ή να κάτσω στο κατάστρωμα μέχρι το πρωί να σε περιμένω; Ρώτησε ο γέρων Ιάκωβος, προσεβλήθη ο πάτερ Αβέρκιος:
-Κοιμόμασταν κάποτε πέντε στο ίδιο δωμάτιο.
-Προτού γίνεις καλόγερος, τα διπλάσια χρόνια και παραπάνω έχεις σε δικό σου κελί. Επέμενε ο γέροντας
-Πάμε και άσε τις κουβέντες. Και ακολούθησαν τον καμαρότο που παρακολουθούσε την στιχομυθία των ρασοφόρων με μεγάλη περιέργεια. Στο στενό χώρο της καμπίνας δεν είπαν πολλά, ο γέρων Ιάκωβος πήγε μέχρι το σαλόνι να πιεί έναν καφέ, ο πάτερ Αβέρκιος δεν τον ακολούθησε, προτίμησε να μείνει και να κάνει τον κανόνα του, ήταν σίγουρος πως δεν θα εύρισκε άλλη στιγμή, μετά έβγαλε τα παπούτσια του κα ξάπλωσε στο ένα κρεβάτι από τα δύο της καμπίνας. Όταν επέστρεψε ο γέροντας κοιμότανε βαθιά, αν κοιμότανε όμως ανέμελα μόνο αυτός το ήξερε. Ξημερώματα έπιασε λιμάνι το καράβι, μετά από μερικές στάσεις σε ενδιάμεσα νησιά, αποβιβαστήκαν κρατώντας ο πάτερ Αβέρκιος στα χέρι το σακβουαγιάζ και είχε κρεμασμένο στον ώμο και ο γέρων Ιάκωβος μια μικρή βαλίτσα. Κάθισαν στο μεγάλο καφενείο του λιμανιού να πάρουν καφέ, επειδή ήταν πολύ νωρίς για οτιδήποτε άλλο. Ο γέροντας είπε:
-Πάτερ Αβέρκιε, σε λίγο θα δούμε τον Δεσπότη, τον έχω ειδοποιήσει και μας περιμένει, αυτός θα κανονίσει και την διαμονή μας στο νησί.
-Δεν πιστεύω να μας κρατήσει στην Μητρόπολη;
-Ούτε και εγώ το πιστεύω αλλά δεν αποκλείεται, είναι πολύ φιλομόναχος.
-Πιστεύω να μας στείλει σε κανένα μοναστήρι ή σε ξενοδοχείο.
-Εγώ δεν πάω στο ξενοδοχείο θα μείνω εδώ στην καρέκλα.
-Μην βιάζεσαι το νησί έχει καμιά δεκαριά μοναστήρια, από αυτά δουλεύουν τα μισά, ένα καλά οργανωμένο γυναικείο και τα άλλα είναι ανδρικά.
-Εγώ δεν πάω σε γυναικείο.
-Καλά καλά μην βιάζεσαι και μην απορρίπτεις τίποτα αν δεν το δεις, πιες τον καφέ σου τώρα, θέλεις μια τυρόπιτα;
Έφερε ο σερβιτόρος τις τυρόπιτες και παρήγγειλαν και δεύτερες, πεινούσε ο πάτερ Αβέρκιος, μετά σηκώθηκαν να περπατήσουν μέχρι την Μητρόπολη. Ανέβηκαν απέναντι βγήκαν από το λιμάνι πέρασαν την τον δρόμο και άρχισαν να ανεβαίνουν τα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στο άλλο επίπεδο που βρισκόντουσαν τα γραφεία της Μητροπόλεως, ήταν όλα κλειστά. Ο πάτερ Αβέρκιος δυσανασχέτησε, αντίθετα ο γέρων Ιάκωβος δεν απογοητεύτηκε καθόλου.
-Είναι ταυτόχρονα και Επισκοπείο, εδώ μένει ο Δεσπότης
-Αν είναι έτσι πως θα μας ανοίξει;
-Θα μας ανοίξει μην ανησυχείς, στην άλλη πλευρά είναι η είσοδος πάμε να κτυπήσουμε τα κουδούνι.
Το κτύπησαν και περίμενα λίγο, η πόρτα άνοιξε και ένας νεαρός ρασοφόρος τους υποδέχτηκε.
-Καλημέρα σας,
-Καλημέρα απήντησε ο γέροντας.
-Σας περιμέναμε νωρίτερα ελάτε, σας περιμένει ο Δεσπότης.
Ο γέρων Ιάκωβος έκανε τις συστάσεις, -Ο πάτερ Αβέρκιος είναι Αγιορείτης Μοναχός, ο πάτερ Αθανάσιος είναι ο Διάκος.
Στράφηκε στον Μοναχό ο Διάκος: -Καλημέρα καλώς ορίσατε:
-Ευλογείται, είπε μονολεκτικά ο πάτερ Αβέρκιος, του κακοφάνηκαν αυτές οι καλημέρες, «αυτό το κοσμικό φρόνιμα έχει καταλάβει ακόμα και τις Μητροπόλεις» σκέφτηκε, δεν τόλμησε όμως να το εκφράσει δυνατά.
-Ελάτε πατέρες είμαστε στο παρεκκλήσι, στην πρωινή ακολουθία.
Μέχρι να ανέβουν τα σκαλοπάτια που βγάζανε στον πάνω όροφο είχε τελειώσει η ακολουθία και έβγαινε στο διάδρομο ο Δεσπότης και τον ακολουθούσαν τέσσερεις ντυμένοι με τα ζωστικά τους. Όταν αντιλήφτηκε την παρουσία του τους καλωσόρισε:
-Ευλογείτε πατέρες, πάνω στην ώρα πάμε για το πρωινό, ελάτε. Είπε και άπλωσε το χέρι του να το ασπαστούν οι μουσαφίρηδες του, κάνοντας την καθιερωμένη μετάνοια, υποβάλλοντας με αυτόν τον τρόπο τα σεβάσματα τους. Πέρασαν σε ένα δωμάτιο διαμορφωμένο σε τράπεζα. Στο τραπέζι υπήρχαν οκτώ σερβίτσια.
-Έλα πάτερ Ιάκωβε εδώ, απευθύνθηκε στον γέροντα, και τον έβαλε στα δεξιά του, έλα και συ πάτερ στράφηκε στον Μοναχό και τον έβαλε στ’ αριστερά του, ευλόγησε και άρχισαν να τρώνε το πρωινό, οι ταξιδιώτες δεν άγγιζαν τίποτα, στην παρατήρηση του Δεσπότη γιατί δεν τρώνε του εξήγησαν πως φάγανε στο λιμάνι, εκείνος χαμογέλασε με νόημα:
-Γι’ αυτό αργήσατε, νόμιζα πως το κάνατε για αποφύγετε την ακολουθία. Κατά την διάρκεια του φαγητού δεν σταμάτησε να μιλά.
-Πόσοι πατέρες είστε στο κελί πάτερ Αβέρκιε;
-Δι’ ευχών είμαστε πέντε, έχουμε δύο παππάδες.
-Μπράβο! εμείς είμαστε έξι, και έχουμε έναν Δεσπότη τρείς παππάδες και δυο Διάκους.
-Μοναχούς δεν έχετε; Ρώτησε ο πάτερ Αβέρκιος με σκυφτό κεφάλι
-Όλοι μας είμαστε Μοναχοί.
-Και τις δουλειές, τα διακονήματα ποιος τα κάνει; Ρώτησε με μεγάλη απορία.
-Ο κάθε ένας έχει το δικό του διακόνημα.
-Μα ο παππάς δεν κάνει να δουλεύει, είναι παππάς.
-Λάθος κάνεις πάτερ μου, εσφαλμένη αντίληψη έχεις, γιατί να μην δουλεύει; Δεν τρώει; Δεν κοιμάται; Δεν ντύνεται;
-Ευλόγησον Δέσποτα; Είπε ντροπιασμένος και έγινε κατακόκκινος.
-Μην κοκκινίζεις πάτερ μου, και διακόνημα έχουν και μισθό παίρνουν και μαζί εδώ στο επισκοπείο ζούμε, σχεδόν είμαστε κοινόβιο, αλλά όχι σαν τα δικά σας τα αγιορείτικα, εσάς δεν μπορούμε να σας φτάσουμε.
Είπε και σηκώθηκε να ευλογήσει τα περισσεύματα. Ο πάτερ Αβέρκιος χαμογέλασε ικανοποιημένος ήταν ο μόνος που δεν κατάλαβε το ειρωνικό ύφος του Δεσπότη. Αυτός στράφηκε προς ένα από τους νεότερους στο τραπέζι και είπε:
-Σισώη, πέρασε τους στο πάνω γραφείο και έλθω σε λίγο:
Ακολούθησαν τον Σισώη  αυτός άνοιξε μια πόρτα και βρέθηκαν σ’ ένα λιτά διακοσμημένο γραφείο. Ένας καναπές παλιός στην μια άκρη λιγάκι φθαρμένος, ένα χαμηλό τραπέζι μπροστά του και καμιά δεκαριά καρέκλες ψάθινες. Στην άλλη άκρη ένα γραφείο παλιό μεταλλικό γεμάτο χαρτιά κα φακέλους.
–Καθίστε του παρότρυνε ο Διάκος, ο Δεσπότης δεν θα αργήσει, πάει να πάρει τα χάπια του.
Κάθισαν στον καναπέ στις δύο άκρες και περίμεναν τον Δεσπότη που μπήκε κρατώντας στο χέρι του έναν φάκελο, δεν έκατσε στο γραφείο αλλά τράβηξε μια καρέκλα και πλησίασε στον καναπέ.
-Πάτερ Ιάκωβε, άρχισε να μιλεί –Ήρθες σε ώρα που σε έχω ανάγκη, μεθαύριο Κυριακή έχω ένα καινό που δεν μπορώ να το καλύψω, και την Τρίτη είναι το πανηγύρι του προφήτη Ηλία και δεν έχω ποιόν να στείλω στο μετόχι, θα ήθελες να βοηθήσεις;
-Σεσμιώτατε: ότι θέλετε είμαι πρόθυμος, μονό που δεν ξέρω να κυκλοφορώ στο νησί.
-Θα σου δώσω αυτοκίνητο και οδηγό μην σε νοιάζει,
-Συγνώμη τον διέκοψε ο γέρων Ιάκωβος, δεν έχω φέρει και άμφια
-Θα βρούμε μην σε νοιάζει, αυτά είναι τα εύκολα, παππάδες δεν έχω αυτά είναι τα δύσκολα, σε ευχαριστώ πάτερ και τώρα στο θέμα μας. Στράφηκε στην πλευρά του Μοναχού, -Έλα πιο κοντά πάτερ Αβέρκιε, εδώ σε αυτόν τον φάκελο βρίσκεται όλη η υπόθεση για την οποία ξεσηκώθηκες από το Όρος και την ησυχία σου και ήρθες ίσαμε εδώ. Είναι γεμάτος ο φάκελος με χαρτιά που όσο και να τα διαβάζεις εσύ δεν θα βγάλεις άκρη, γι αυτό σου λέω με λίγα λόγια πως έχουνε τα πράγματα, ο παππούς σου ο παππά Ηλίας είχε στην κατοχή του ένα σπίτι κα ένα κτήμα αμπέλι και ελιές στο οποίο έκτισε και ένα εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία, σε αυτό θα πάει ο γέροντας να κάνει το πανηγύρι την Τρίτη, λέγοντας αυτά έδειξε τον γέροντα Ιάκωβο. Το κτήμα και το σπίτι υποσχέθηκε ο παππούς σου πως θα τα γράψει στο κελί του Αγίου Σάββα, ήταν η συμφωνία για να σε κρατήσει εκεί ο Γέροντα σου και να σου δώσει το όνομα του.
Απότομα σηκώθηκε ο πάτερ Αβέρκιος, -Δεν το πιστεύω
-Μην το πιστεύει δικαίωμα σου είναι, διάβασε όμως πρώτα όσα γράφουν εδώ τα χαρτιά που θα σου δώσω. Ο Γέροντας όμως κοιμήθηκε πριν τον παππά Ηλία και δεν έγινε η μεταβίβαση, είναι ο Ηγούμενος πλήρως ενημερωμένος. Τα έγραψε στο όνομα σου και άφησε στην διακριτική σου ευχέρεια να αποφασίσεις τι θα γίνει.
-Τι θα πει διακριτική ευχέρεια;
-Θα πει πως κάνεις κουμάντο όπως το θέλεις, μέχρι όμως να αποφασίσεις όρισε με την διαθήκη του διαχειριστή τον Μητροπολίτη και αν πεθάνεις εσύ χωρίς να εμφανιστείς θα περάσει στην Μητρόπολη όλη η περιουσία. Ήλπιζε ο παππούς σου πως όταν δείς το κτήμα και το ναΐσκο να εγκατασταθείς εδώ.
-Αυτό αποκλείεται, θα γυρίσω πάση θυσία στην μετάνοια μου.
-Να γυρίσεις όπου θέλεις αρκεί πρώτα να τακτοποιήσεις την υπόθεση του κτήματος.
-Δεν το θέλω, δεν θέλω να ανακατευτώ σε όλα αυτά, εγώ υποσχέθηκε στο Θεό ακτημοσύνη, δεν θέλω τίποτα.
-Άκου βρέ πάτερ, καλά το έκανες και υποσχέθηκες, τα ίδια υποσχέθηκα και εγώ, αλλά ώσπου να τακτοποιηθεί το θέμα δεν θα είσαι ακτήμων, πρέπει μόνος σου να το τελειώσεις, αυτό μπορείς να το καταλάβεις.
-Ευλόγησον Δέσποτα για τα νεύρα μου, τι πρέπει να κάνω.
-Αν θέλεις να περάσει στην Μητρόπολη εδώ είναι όλα έτοιμα, μόνο υπογραφές στον συμβολαιογράφο χρειάζονται, αν θέλεις να περάσει στον Άγιο Σάββα πρέπει να πάς στον συμβολαιογράφο πάλι να κανονίσει τα χαρτιά, πάρε το φάκελο όπως είναι και κανόνισε.
-Που θα βρώ συμβολαιογράφο, δεν ξέρω από αυτά, να πάρω τον φάκελο στον Γέροντα και εκείνος θα τα κανονίσει όλα.
-Άκου πάτερ, είπε ο Δεσπότης και σηκώθηκε από την καρέκλα, όταν σου μιλεί ο Επίσκοπος δεν μπορείς να επικαλείσαι το γέροντα σου, αυτό πρέπει να το βάλεις καλά στο μυαλό σου, είσαι στον κόσμο τώρα δεν είσαι στο όρος.
-Ευλόγησον Δέσποτα, είπε χαμηλόφωνα ο πάτερ Αβέρκιος και πήγε να ασπαστεί την δεξιά του Δεσπότη, εκείνος συνέχισε
-Ο Θεός σχωρέσει και εγώ γέροντας είμαι και τα καλογέρια μου τα είδες. Κοίταξε προς το μέρος του γέροντα Ιακώβου, -Θα πάτε τώρα στην Μονή Φανερωμένης εκεί θα φιλοξενηθείτε, ένα αυτοκίνητο και οδηγός θα είναι στην διάθεση σας, θα ειδοποιήσω τον συμβολαιογράφο να σας περιμένει, σε παρακαλώ πάτερ Ιάκωβε να πάτε μαζί. Περάστε και από το κτήμα να το δείτε, ίσως να είχε δίκιο ο παππά Ηλίας και να μείνει στο νησί ο Αβέρκιος. Το κτήμα και το σπίτι το φροντίζει ένα καλός οικογενειάρχης και αποδίδει, μην τον στεναχωρήσετε.
Ήταν όρθιος ακόμα πλησίασε, το γραφείο και κτύπησε ένα κουδούνι σε λίγο ήρθε ο Σισώης:
-Ορίστε:
-Το αυτοκίνητο και ο Αναστάσιος αν είναι εύκαιρος να είναι στην διάθεση των πατέρων.
-Αν δεν μπορεί;
-Δεν μπορεί λες; Τότε φώναξε τον Παύλο, πάντως πρέπει να τους βρεις ένα οδηγό που να μπορεί, για λίγες ημέρες, στην ανάγκη αν δεν βρεθεί θα τους εξυπηρετείς εσύ, να πάνε πρώτα στην Φανερωμένη να τακτοποιηθούν.
-Ναναι ευλογημένο, είπε αυτός και στράφηκε στους μουσαφίρηδες –Πατέρες ακολουθήστε με.
Κατέβηκαν στο ισόγειο στην γραμματεία της Μητροπόλεως, ο Διάκος τηλεφώνησε να βρει τον Αναστάσιο, δεν τον έβρισκε και αποφάσισε να τους πάει αυτός στο Μοναστήρι και μετά θα κανόνιζε τα υπόλοιπα σύμφωνα με το θέλημα του Δεσπότη. Επιβιβάστηκαν στο αυτοκίνητο και είκοσι λεπτά αργότερα βρέθηκαν σε μια μεγάλη πλατεία που βρισκόντουσαν σταθμευμένα λίγα αυτοκίνητα μπροστά από την Πύλη της Μονής, ήταν κλειστή. Κοίταξε ο Διάκος το ρολόι του, ακόμα νωρίς ανοίγουν στις εννέα. Ο πάτερ Αβέρκιος γι άλλη μια φορά απόρησε:
-Μα δεν ανοίγουν με την ανατολή του ηλίου.
-Όχι πάτερ, δεν ανοίγουν με την ανατολή, ούτε και κλείνουν με την δύση, είναι ανοικτά μέχρι τις οκτώ το βράδυ κα δέχονται κόσμο.
-Προσκυνητές;
-Κυρίως τουρίστες, θα πάρω τηλέφωνο να έρθουν μην περιμένουμε.
-Τουρίστες;
-Τουρίστες λογιών λογιών είναι το εργόχειρο τους.
Εκείνη την στιγμή άνοιξε την πόρτα ένας νεαρός και τους καλωσόρισε.
-Περάστε, καλημέρα σας περιμένει ο πάτερ.
Πέρασαν μέσα κουβαλώντας τα πράγματα τους δεν σκέφτηκε ούτε ο Διάκος ούτε ο νεαρός που άνοιξε την πόρτα να τα φορτωθεί. Κοίταξε ερευνητικά ο πάτερ Αβέρκιος το Μοναστήρι που θα τον φιλοξενούσε και είδε ένα τριώροφο οικοδόμημα σε σχήμα Π, με δυο σκάλες σε κάθε πλευρά, οι οποίες ήταν κλεισμένες με αλυσίδες και στο κέντρο ο Ναός της Παναγίας της Φανερωμένης, η τέταρτη πλευρά που έκλεινε το τετράγωνο ήταν φραγμένη με πλέγμα ψηλό πάνω από τρία μέτρα και έβλεπε προς τον κήπο της Μονής. Ο γέρων Ιάκωβος τον πλησίασε και διακριτικά τον έπιασε από το μπράτσο, του διευκρίνισε χαμηλόφωνα πως εδώ οι καλόγεροι είναι κοσμικοί και να είναι συγκαταβατικός με ότι βλέπει. Το μάτι του Μοναχού διέκρινε στο ισόγειο πινακίδες και τόξα που οδηγούσαν στο αρχονταρίκι στην έκθεση και στο WC. Φτάσανε στην κεντρική σκάλα και ανέβηκαν στον δεύτερο όροφο ακολουθώντας τον νεαρό, πέρασαν σε μια μεγάλη πολυτελέστατη τραπεζαρία, υπακούοντας την προτροπή του νεαρού κάθισαν στις καρέκλες και περίμεναν τον πάτερ να κατέβει. (πάτερ ήταν ο ηγούμενος). Σε λίγο πρόβαλε στην πόρτα ένας ψηλός κοντά στα 1,90 και βάρος τουλάχιστον 140 κιλά, σωστός γίγαντας, στο στήθος του κρεμότανε ένας μεγάλος Σταυρός στολισμένος με πετράδια, αυτός άπλωσε τα χέρι του σε χειραψία:
-Καλώς τους, με το καράβι ήρθατε; Ρώτησε χωρίς όμως να ενδιαφέρεται και αυτό ήταν εμφανές. Ο Διάκος άπλωσε το χέρι του το χαιρέτισε και έκανε τις συστάσεις.
-Ο πάτερ Ιάκωβος και ο πάτερ Αβέρκιος είναι φιλοξενούμενοι του Δεσπότη, και πρέπει να τους περιποιηθείς όσο καλλίτερα γίνεται.
-Ότι θέλει ο Δεσπότης μας ευχαρίστως, είπε αυτός και στράφηκε προς τους μουσαφίρηδες –Καλώς ήλθατε πατέρες από πού έρχεστε; Θα μείνετε μέρες.
Ο πάτερ Αβέρκιος θέλησε να μιλήσει αλλά κουβέντα δεν έβγαινε από τα χείλη του, δεν μπορούσε να εξηγήσει τι του συνέβαινε, πίστευε πως στον χώρο του Μοναστηριού θα αναπαυότανε καλλίτερα από τον Ερυθρό Σταυρό όμως αυτό δεν συνέβαινε, ο γέρων Ιάκωβος ανέλαβε να εξηγήσει:
-Ξέρεις πάτερ ο πάτερ Αβέρκιος είναι αγιορείτης και ήρθε να τακτοποιήσει κάποιες εκκρεμότητες με τα περιουσιακά του.
-Α α χαμογέλασε, να τα γράψεις στο Μοναστήρι μας και θα σε μνημονεύω πάντα.
-Θα δούμε ακόμα δεν ξέρω, μίλησε ο πάτερ Αβέρκιος ο ηγούμενος όμως έβλεπε στην πόρτα που στέκανε πέντε άνδρες, έβαλε το χέρι του στην τσέπη και έβγαλε μια αρμαθιά κλειδιά και τους τα πέταξε προς το μέρος τους, ένας από αυτούς τα έπιασε στον αέρα και γύρισε νεύοντας στους υπόλοιπους, «-Πάμε».
-Θέλετε καφέ; Τσάι; Αρνήθηκε ο  γέρων Ιάκωβος για λογαριασμό των δύο ο Διάκος σηκώθηκε:
-Εγώ φεύγω τώρα το αυτοκίνητο θα έρθει σε δύο ώρες περίπου, να σας πάειι στο χωριό να δείτε το σπίτι για τον συμβολαιογράφο θα κανονίσει ο Δεσπότης και θα σας ειδοποιήσει. Ο γίγας ηγούμενος δεν σηκώθηκε από την καρέκλα του, σήκωσε το χέρι του και είπε «-Για, στο καλό».
Ο πάτερ Αβέρκιος κοίταξε τον γέροντα στα μάτια εκείνος σήκωσε τους ώμους του κάνοντας ένα μορφασμό κατανόησης. Ο ηγούμενος έβγαλε μια δυνατότερη φωνή, «-Αντώνη» σε λίγα δευτερόλεπτα πέρασε ο Αντώνης μέσα στην τραπεζαρία, «-δώστους δύο δωμάτια στην αριστερή πλευρά» και γύρισε προς την μεριά του πάτερ Αβέρκιου, «-τράβα να αράξεις για λίγο, μέχρι να γυρίσει ο Διάκος και να αποφασίσεις να μας γράψεις τα περιουσιακά που τα έχουμε ανάγκη» σηκώθηκε ο πάτερ Αβέρκιος και τον ακολούθησε ο γέρων Ιάκωβος, πήραν στο χέρι τις αποσκευές τους και περπάτησαν με σκυφτό το κεφάλι εκεί που τους οδηγούσε ο Αντώνης. Στην αριστερή πλευρά ήταν πολλές πόρτες στη σειρά, τις προσπεράσανε όλες και φτάσανε στις δύο τελευταίες, άνοιξε το στόμα του «-Εδώ θα μείνετε, μεσημεριανό στις μία και βραδινό στις εννέα». Ο Γέρων Ιάκωβος άνοιξε την πόρτα μια πόρτα και πέρασε μέσα ο πάτερ Αβέρκιος κοντοστεκόταν, δίσταζε να μπει, αναρωτιόταν που βρίσκεται, τι είδους μοναστήρι είναι αυτό, τι λεξιλόγιο χρησιμοποιεί ο γίγαντας αυτός που κάνει τον ηγούμενο, τις απορείς αυτές τις πολλαπλασίασε η οχλοβοή που ερχόταν από την αυλή, έσκυψε περίεργα και είδε ένα ετερόκλητο πλήθος να προχωρά από την πύλη προς τον Ναό, έκανε τον Σταυρό του άνοιξε την πόρτα και τρύπωσε μέσα. Άλλη έκπληξη τον περίμενε, ένα πολυτελέστατο δωμάτιο κρεβάτι στρωμένο με λινά καλοσιδερωμένα σεντόνια, μια εικόνα της Παναγίας ακουμπισμένη σ’ ένα τραπέζι γεμάτο βιβλία, ένα μικρό ψυγείο γεμάτο φρούτα και αναψυκτικά, τηλέφωνο στον τοίχο για ενδοσυνεννόηση και μια πόρτα που οδηγούσε στο λουτρό. «-Αυτό δεν είναι μοναστήρι, είναι ανάκτορο» ψιθύρισε, και αμέσως έβαλε το χέρι του στο στόμα μην τον ακούσει κανείς. Ακούμπισε τον φάκελο που του έδωσε ο Δεσπότης στο τραπέζι, περπάτησε πάνω κάτω στο δωμάτιο πολλές φορές και μετά αποφασιστικά πήρα τον φάκελο και το έχωσε στο σακβουαγιάζ μαζί με τον άλλο. «-Εγώ είμαι και θα μείνω ακτήμων», ψιθύρισε και αναπαυμένος έκατσε στην καρέκλα απέναντι από την εικόνα και έβγαλε το κομποσκοίνι του, αυτό ήταν η καταφυγή του σε όλα αυτά τα περίεργα και πρωτόγνωρα πράγματα για έναν ησυχαστή όπως λογάριαζε το εαυτό του. την προσευχή του διέκοψε το κουδούνισμα του τηλεφώνου στο τοίχο, το σήκωσε και από συνήθεια είπε:
-Ευλόγησον. Από την άλλη άκρη ακούστηκε η φωνή του ηγουμένου
-Κατέβα κάτω ο Δεσπότης λέει να σε πάω στο χωριό, φώναξε και τον παπά αν θέλει να έρθει.
-Νάναι ευλογημένο, έρχομαι είπε ασυναίσθητα, έβαλε το κομποσκοίνι στην τσέπη και βγήκε να φωνάξει τον γέροντα από το διπλανό δωμάτιο. Ο γέρων Ιάκωβος είπε πως είναι κουρασμένος και θέλει να ξεκουραστεί και δεν θα ερχότανε. Πήρε τον ντορβά με τις ευλογίες στον ώμο και προχώρησε προς την μεγάλη τραπεζαρία, ο ηγούμενος τον περίμενε.
-Έτοιμος είμαι, φύγαμε.
Κατέβηκαν τις σκάλες και μόλις πάτησαν στην αυλή οι επισκέπτες άρχισαν να του φωτογραφίζουν, μάταια ο πάτερ Αβέρκιος σήκωνε τα χέρια του να κρύψει το πρόσωπο του, ο ηγούμενος αδιάφορα περπατούσε με γοργό βηματισμό μέχρι την πύλη.
-Έλα πάτερ μου, αυτοί μόλις δουν παπά και γάιδαρο φωτογραφίζουν, έλα μην καθυστερείς.
Βγήκαν από το Μοναστήρι και μπήκαν σε μια κούρσα, μόλις ξεκίνησαν ο ηγούμενος έβγαλε από την τσέπη το πακέτο με τα τσιγάρα και πρόσφερε στον πάτερ Αβέρκιο, εκείνος αρνήθηκε.
-Όχι ευχαριστώ, είμαι Μοναχός δεν καπνίζω. Το είπε με προσβλητικό τρόπο και ο ηγούμενος χωρίς να θιγεί στο παραμικρό αντείπε:
-Και εγώ είμαι Μοναχός και καπνίζω και πίνω που είναι το πρόβλημα; Πάμε τώρα στο χωριό να γνωρίσουμε τον Θανάση, αυτός φροντίζει την περιουσία σου, έτσι μου είπε ο Δεσπότης.

Το δίλημμα

Στο χωριό φθάσανε σε ένα τέταρτο της ώρας, δεν θα έπρεπε καν να λέγεται χωριό, δεκαπέντε σπίτι ήταν όλα κι όλα τα περισσότερα ερειπωμένα και άδεια, τρία μονάχα ήταν κατοικήσιμα, μόλις έφθασαν μπροστά στην Εκκλησία του χωριού τους υποδέχθηκε ένας άνδρας σαραντάρης περίπου.
-Καλώς τους παππάδες, είμαι ο Θανάσης ελάτε να πάμε σπίτι.
-Να προσκυνήσουμε πρώτα, πρότεινε ο πάτερ Αβέρκιος, θεωρούσε ανεπίτρεπτο να είναι μπροστά στον Ναό και να μην μπούν να ανάψουν τα καντήλια, αυτό είχε μάθει τόσα χρόνια δεν θα το ξέχναγε σε τρείς μέρες που βγήκε στον κόσμο.
-Δεν μπορούμε παπά, το σταμάτησε ο Θανάσης, «-Είναι κλειδωμένα» και δεν έχω κλειδί.
-Καλά αλλά μην με λες παπά, δεν είμαι.
-Στο νησί μας όποιον φοράει παπά τον λέμε, πάμε σπίτι τώρα.
Άφησαν το αυτοκίνητο στην εκκλησία μπροστά και περπάτησαν μια πενηνταριά μέτρα και φτάσανε στο σπίτι του Θανάση, η γυναίκα του τους υποδέχθηκε με πολύ χαρά.
-Καλώς τους παπάδες, μεγάλη ευλογία στο σπιτικό μας, περάστε περάστε.
Πέρασαν μέσα στο σπίτι, ήταν ένα φτωχικό σπίτι σε σύγκριση με όσα είδε ο πάτερ Αβέρκιος στο μοναστήρι το πρωί. Ο ηγούμενος πήρε τον λόγο:
-Θανάση ο πάτερ Αβέρκιος είναι ο εγγονός του παπά Ηλία, ήρθε να δει το σπίτι και το κτήμα.
-Αυτό είναι το σπίτι παπά μου, στο κτήμα θα πάμε σε λίγο, σε λίγε μέρες είναι και το πανηγύρι τα έχω ετοιμάσει όλα.
-Αυτό λοιπόν είναι το σπίτι, είπε ο πάτερ Αβέρκιος και άρχισε να το επιθεωρεί.
-Παπά θές καφέ; Ρώτησε ο Θανάσης τρομαγμένος, -Το μερεμετίζω μόνος μου, είναι σε καλή κατάσταση, δίδω και τα νοίκια στην Μητρόπολη.
-Νοίκια; Απόρησε ο Μοναχός, -Νοίκια; Πόσα νοίκια;
-Διακόσια Ευρώ κάθε χρόνο και άλλα τριακόσια για το κτήμα, τα περιποιούμαι όπως θα δείς. Δεν μπορώ περισσότερα έχω και δυο παιδιά να μεγαλώσω.
-Δεν είναι αυτό το θέμα, πότε μπορούμε να δώ το κτήμα.
-Παπά μου και τώρα.
Επενέβηκε ο ηγούμενος που τόση ώρα άκουε:
-Πηγαίνετε στο κτήμα, εγώ θα κάτσω να κάνω τσιγάρο και σας περιμένω, μην αργήστε όμως.
-Δεν θα αργήσουμε, είπε ο πάτερ Αβέρκιος που στο μυαλό του νόμιζε πως επιτέλους βρισκόταν κοντά στην λύση. Ακολούθησε τον Θανάση ανέβηκαν σε ένα αγροτικό αυτοκίνητο που μύριζε χώμα, γνώριμη η οσμή τον χαροποίησε, επιτέλους και κάποιος που δούλευε την γη, ένας χρήσιμος άνθρωπος που παράγει.
-Πόσα χρόνια το δουλεύεις το κτήμα Θανάση;
-Ζούσε ακόμα ο παππά Ηλίας, αυτός μου το έδωσε όταν απολύθηκα, αυτός με πάντρεψε και τον γηροκόμησα στο σπίτι που μένουμε, όμως ξέρω πως είναι δικά σου και σε περίμενα, μην μου τα πάρεις δεν έχω άλλους πόρους.
-Ησύχασε αδελφέ μου, δεν πρόκειται να στα πάρω ούτε εγώ ούτε κανένας άλλος ησύχασε.  Λογάριαζε να του το χαρίσει όπως έλεγε η περικοπή που αυτόματα του ήρθε στο μυαλό.
 «εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ὕπαγε πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ δὸς πτωχοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι.»
Έφθασαν στο κτήμα, ήταν ένα περιποιημένο αμπέλι και 70 ρίζες ελιές όπως του είπε ο Θανάσης και στην μέση ακριβώς του κτήματος ήταν κτισμένος ένας Ναΐσκος του προφήτη Ηλία, κολλητά με το ναό ένα δωμάτιο ασπρισμένο, με νεροχύτη και τρεχούμενο νερό και από την πίσω μεριά του δωματίου υπήρχε το αφοδευτήριο. Μπήκαν στο εκκλησάκι τα καντήλια ήταν αναμμένα,  προσκύνησε ο πάτερ Αβέρκιος και περιεργάστηκε χωρίς να μπορέσει να κρατήσει τον θαυμασμό του.
-Μπράβο Θανάση, αυτό είναι ένα ωραίο κάθισμα, ξέρει τι λέμε στην γλώσσα μας κάθισμα; Ένα ησυχαστήριο, μπράβο έκανε καλή εκλογή ο παππούς.
Λέγοντας αυτά ο πάτερ Αβέρκιος αφέθηκε να φανταστεί τον εαυτό του εδώ στο κτήμα να ησυχάζει και να δείξει στον ηγούμενο γίγαντα αλλά και σε όλους τους νησιώτες πως πρέπει να είναι ο κανονικός Μοναχός, θα δίδασκε καλογερική, τριάντα οκτώ ολόκληρα χρόνια μαθήτευσε, καιρός ήταν να διδάξει και αυτός, είχε δίκιο ο παππούς του, έπρεπε να γυρίσει στο νησί του και αυτή ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία και που ξέρεις αργότερα μπορεί να γινόταν και παππάς με την έλλειψη που υπήρχε στο νησί δεν θα ήταν δύσκολο. Αυτές οι σκέψεις αντικρούανε, ότι μόλις πριν από λίγα λεπτά σκεπτότανε, πειρασμός είναι, αλλά, πάλι μόλις μπήκε στον ναό τα σκέφτηκε, ήταν βοήθεια του προφήτη Ηλία. Κοίταξε στα μάτια το Θανάση που τα κατέβασε ντροπαλά λέγοντας:
-Παπά το είδες; Πως σου φαίνεται;
-Ωραία Θανάση πάμε να φύγουμε.
Δεν άργησαν να φτάσουν στο χωριό ο ηγούμενος έκανε βόλτες στην πλατεία μόλις τους είδε εκδηλώθηκε:
-Μεσημέριασε και πεινάω, το είδες πάτερ; Τι λέει;
-Το είδα, Θανάση σ’ευχαριστώ, θα έρθω και στο πανηγύρι να τα πούμε πάλι.
Ο ηγούμενος είχε ήδη μπει στην κούρσα και έβγαλε το χέρι του από το παράθυρο. «-Για χαρά».
Φθάσανε στο Μοναστήρι λίγο πριν κλείσει για μεσημέρι, ανέβηκαν στην μεγάλη τραπεζαρία και κάθισαν, ο ηγούμενος φώναξε «-Αντώνη, σφύρα και στον άλλο μουσαφίρη μας να φάμε». Μετά το μεσημεριανό αποσύρθηκε ο πάτερ Αβέρκιος στο δωμάτιο του. τον βασάνιζε το μεγάλο δίλλημα, να μείνει ακτήμων ή ήρθε η ώρα του να κάνει και αυτός τον Γέροντα, είχε πολύ μεγάλη πείρα. Έβγαλε το κομποσκοίνι του, πήρε την εικόνα από το τραπέζι την έβαλε στην καρέκλα και γονάτισε έχοντας αντίκρυ στα μάτια την Παναγία. Δεν κατάλαβε πόση πέρασε η ώρα από την στιγμή που γονάτισε μέχρι που άκουσε τον ήχο της καμπάνας, έκανε τον Σταυρό του και κατέβηκε για τον Εσπερινό.
Ο Γέρων Ιάκωβος έβαλε το πετραχήλι του και αυτός μαζί τον ηγούμενο πήγαν στο δεξιό αναλόγιο ενώ φανήκαν δύο ακόμη Μοναχούς που πήγαν αριστερά. Μετά την βραδινή τράπεζα αποσυρθήκανε όλοι. Ο πάτερ Αβέρκιος για ακόμα μια φορά απόρησε «-Μα δεν θα κάνουν απόδειπνο; Πως θα συγχωρεθούν να κοιμηθούν; Σίγουρα χρειάζονται μαθήματα καλογερικής που μπορώ να τους διδάξω» έβγαλε πάλι το κομποσκοίνι του από την τσέπη, κοίταξε έξω από το παράθυρο, είχε σκοτεινιάσει καλά, αποφάσισε να βγει στον εξώστη να πάρει αέρα, μόλις άνοιξε την πόρτα του δωματίου άκουσε απειλητικά γαυγίσματα από τους σκύλους που κάθε βράδυ αμολούσαν στην αυλή και μπήκε πάλι μέσα. Η Παναγία στην καρέκλα ακουμπισμένη τον περίμενε, γονάτισε πάλι και άρχισε να απαγγέλει το μικρό απόδειπνο. Όταν τελείωσε κοίταξε με μεγάλη λαχτάρα την Παναγία και αναστέναξε βαριά:
-Γιατί με βασανίζεις Παναγία μου, δώσε μου την απάντηση που ζητώ.
Έμεινε πολύ ώρα γονατισμένος και το έλουσε πάλι ο ιδρώτας όπως και στην Αθήνα, κάποια στιγμή αποφασιστικά σηκώθηκε, είχε πάρει την απόφαση του, θα παρέμενε ακτήμων μέχρι θανάτου, είχε δώσει την υπόσχεση του κατά την κουρά, θα γύριζε το δυνατόν ταχύτερο στην ησυχία του, προηγουμένως θα χάριζε το σπίτι και το κτήμα στον Θανάση, ούτε το Μοναστήρι ούτε η Μητρόπολη το είχαν ανάγκη, ο Θανάσης είχε δυο παιδάκια και τον είχε διαλέξει και ο παππούς τους πριν από αυτόν, ήταν ο ενδεικνυόμενος  να βρει θησαυρούς στον ουρανό. Έκανε μπάνιο προτού κοιμηθεί να ξεβρομίσει, τον έπνιγε η μπόχα του κόσμου, ήταν όμως ένας σταυρός που έπρεπε να σηκώσει.
Το άλλο πρωί ήταν Σαββάτο, μετά τον όρθρο και το πρωινό, προτού ανοίξει το μοναστήρι, ήρθε ένα αυτοκίνητο από την Μητρόπολη με οδηγό τον Παύλο να οδηγήσει τον πάτερ Αβέρκιο στον συμβολαιογράφο, αυτός ζήτησε από τον γέροντα Ιάκωβο να τον συνοδέψει και λίγη ώρα αργότερα περνάγανε την είσοδο του συμβολαιογραφείου. Ο συμβολαιογράφος τους υποδέχτηκε τελείως τυπικά και τους ενημέρωσε πως τα Σάββατα δεν εργάζεται, αλλά επειδή του το ζήτησε ο Δεσπότης, έκανε την αβαρία. Στο γραφείο του είχε ήδη το φάκελο και κοιτάζοντας τον πάτερ Αβέρκιο στα μάτια του εξήγησε:
-Είναι όλα έτοιμα από καιρό και σε περιμέναμε, μόλις υπογράψεις τα συμβόλαια το σπίτι και το κτήμα θα ανήκουν στην Μητρόπολη και εσύ θα μπορέσεις να γυρίσεις στη ησυχία σου. Του έτεινε ένα στυλό τον οποίο δεν έπιασε  στα χέρια του ο Μοναχός.
-Εγώ δεν θέλω να πάει στην Μητρόπολη, έχω άλλη προτίμηση.
-Δηλαδή; Ρώτησε έκπληκτος ο συμβολαιογράφος, -Δεν τα συμφωνήσατε;
-Δεν συμφώνησα για τίποτα και με κανέναν, εγώ θέλω όλη η περιουσία να περάσει στο όνομα του Θανάση, αυτός την περιποιέται και σε αυτόν ανήκει.
-Πάτερ μου αυτό δεν μπορεί να γίνει αμέσως, πρέπει να συντάξω καινούργια συμβόλαια, χρειάζεται κάποιος χρόνος, μια εβδομάδα περίπου, αλλά συμφωνεί ο Δεσπότης; Εκείνος για άλλα σχέδια με ενημέρωσε.
-Ξεκινήστε κύριε την μεταβίβαση στον Θανάση, αυτό είναι η δική μου επιθυμία, αφού σ’εμένα ανήκουν τα κτήματα.
-Καλώς πάτερ μου καλώς, θα υπολογίσεις τα έξοδα και την Παρασκευή θα είναι έτοιμα να έρθετε μαζί με τον Θανάση να υπογράψετε.
-Τα έξοδα; Απόρησε ο πάτερ Αβέρκιος, -Μέχρι τώρα δεν μιλήσαμε για έξοδα, αν υπόγραφα και το έπαιρνε η Μητρόπολη δεν είχε έξοδα;
-Είχε φροντίσει για όλα ο Δεσπότης.
Ο γέρων Ιάκωβος που παρακολουθούσε όλη την ώρα αμίλητος σκουντησε ελαφρά το πάτερ Αβέρκιο στο μπράτσο.
-Άκου πάτερ, πάμε να δούμε το Δεσπότη και μετά αποφασίζεις, πάμε πρέπει να κάνουμε και υπακοή.
-Όχι γέροντα, έχω αποφασίσει να το πάρει ο Θανάσης. Μίλησε πεισμωμένος.
-Όπως αγαπάς, αλλά να ρωτήσουμε πόσα είναι τα έξοδα που χρειάζονται.
Ο συμβολαιογράφος έδωσε την απάντηση χωρίς να ερωτηθεί
-Θα χρειαστούν περίπου πέντε με έξι χιλιάδες ευρώ.
-Πόσα; Είπε ο πάτερ Αβέρκιος και έβγαλε από την τσέπη του το μάτσο από τα πενηντάρικα, τα μέτρησε και δεν ξεπερνάγανε τις δυο χιλιάδες. Γύρισε προς τον γέροντα Ιάκωβο. –Πάμε να δούμε τον Δεσπότη, αλλά προηγούμενα πάμε μέχρι το χωριό να μιλήσω με τον Θανάση.
Ο Παύλος καρτερικά τους περίμενε και οδήγησε το αυτοκίνητο μέχρι το χωριό, αυτήν την φορά η εκκλησία ήταν ανοικτή και η γυναίκα του Θανάση την καθάριζε, μπήκε και προσκύνησε προτού ξεκινήσει για το σπίτι του Θανάση. Όταν αντάμωσαν κάθισαν στο πεζούλι και του εξήγησε πως έχει πρόθεση να του παραχωρήσει το κτήμα, αλλά τα χρήματα που διέθετε δεν επαρκούσαν για τα συμβόλαια, αν ήθελε θα μπορούσε να συμπληρώσει τα υπόλοιπα και θα του ανήκαν το σπίτι και το κτήμα, ο Θανάσης έσκυψε το κεφάλι.
-Που να τα βρώ παπά μου τα λεφτά εγώ; Όμως υπάρχει το βιβλιάριο του παππά Ηλία, είναι και στο δικό σου όνομα, νομίζω πως το έχει ο Δεσπότης, αυτός είναι ο διαχειριστής της περιουσίας.
Σηκώθηκε χαρούμενος ο πάτερ Αβέρκιος από το πεζούλι και τράβηξε για την πλατεία που ήταν σταθμευμένο υο αυτοκίνητο, εκεί περίμεναν ο γέροντας μαζί με τον Παύλο.
-Παύλο πάμε στην Μητρόπολη, φώναξε πλησιάζοντας, και βλέποντας προς την μεριά του γέροντα Ιακώβου συνέχισε. –Βρέθηκε η λύση, θα τα κανονίσουμε όλα μόλις δούμε τον Δεσπότη.
Δεν άργησαν να φτάσουν στην Μητρόπολη, αυτή την φορά ήταν τα γραφεία ανοικτά και πέρασαν από την μεγάλη πόρτα. Στη είσοδο δεξιά ήταν ένα γραφείο αναμονής ο Διάκος ο Σισώης πίσω από γραφείο τους υποδέχτηκε:
-Καλώς τους πατέρες, καθίστε να πάρτε σειρά.
Κοίταξε ο πάτερ Αβέρκιος και είδε ακόμα τρία άτομα να περιμένουν, υπομονετικά έκατσε και αυτός δείχνοντας στον γέροντα την καρέκλα δίπλα του. του φάνηκε πως δεν περνούσε η ώρα, άνοιξε η πόρτα του δεσποτικού, βγήκε ένας ηλικιωμένος, ο διάκος έκανε νεύμα και προχώρησαν οι δύο από τους τρείς που περίμεναν στην αναμονή, σηκώθηκε και ξαναέκατσε πολλές φορές, δεν του είχε τύχη ποτέ να ξαναπάει σε γραφείο και να περιμένει, δεν πήγαινε καθόλου σε γραφεία, γι αυτές τις δουλειές ήταν ο γέροντας. Δεν άργησε να ξανανοίξει η πόρτα, αυτήν φορά γρηγορότερα, πέρασε ο τελευταίος αλλά μόλις μπήκε βγήκε αμέσως, τότε ο Διάκος του προέτρεψε να περάσουν και μπήκαν στο δεσποτικό γραφείο.
Ο πάτερ Αβέρκιος τα έχασε με αυτήν την πολυτέλεια που έβλεπε, η έκφραση τον πρόδιδε.
-Καλώς του πατέρες, είπε ο Δεσπότης και πρότεινε το χέρι του στο πλάι του γραφείο, με την σειρά υποβάλανε τα σέβη του και του είπε να καθίσουν στις καρέκλες μπροστά στο γραφείο. –Τι γίνετε; Τελειώσαμε;
-Όχι Δέσποτα, απήντησε επιθετικά ο πάτερ Αβέρκιος, όχι δεν τελειώσαμε.
-Γιατί τι συνέβη; Δεν ήταν όλα έτοιμα;
-Όλα έτοιμα για να πάρει η Μητρόπολη την περιουσία, εγώ όμως διαφωνώ, αφού έχω δικαίωμα επιλογής θέλω να την πάρει ο Θανάσης, θεωρώ πως είναι πιο δίκαιο.
Ο Δεσπότης ακούμπησε την πλάτη πίσω στο κάθισμα του και αναστέναξε χαμογελώντας.
-Να την πάρει ο Θανάσης, ας την πάρει, κάνε τα συμβόλαια και χάρισε του μπελάδες.
-Δεν μπορώ, μου λείπουν χρήματα για τα συμβόλαια.
-Ε! αφού σου λείπουν χρήματα πάτερ, σκέψου κάτι άλλο, εκτός από την Μητρόπολη είναι και το Μοναστήρι που μένεις, ζήτα από εκεί τα χρήματα που σου λείπουν, κάνε δάνειο βγάλε πανταχούσα, κάνε ότι θέλεις, μην με ανακατεύεις.
-Δεν σας ανακατεύω Δέσποτα αλλά θέλω το βιβλιάριο του παππού μου.
Τότε ο Δεσπότης σηκώθηκε από την καρέκλα του θυμωμένος, -Είσαι με τα καλά σου για ποιο βιβλιάριο μιλάς;
-Το βιβλιάριο της τράπεζας που είναι και στο δικό μου όνομα, εκεί υπάρχουν χρήματα. Είπε ο πάτερ Αβέρκιος, σηκώθηκε και στάθηκε απέναντι από τον Δεσπότη.
-Α! α! έκανε ο Δεσπότης, σαν να θυμήθηκε εκείνη την ώρα κάτι, το βιβλιάριο ε; σου έδωσα χθες ένα φάκελο τον άνοιξες;
-Άμα θα πάω στο κελί θα το ανοίξει ο γέροντας
-Να πάς να το ανοίξεις τώρα, θα βρεις εκεί μέσα το βιβλιάριο και δείς πως κάθε χρόνο υπάρχει και κατάθεση τα νοίκια που πλήρωνε ο Θανάσης, είναι δικά σου όλα. Καλά θα είναι να μη τρέχει η φαντασία σου.
-Ευλόγησον Δέσποτα, ευλόγησον είπε ο πάτερ Αβέρκιος και έσκυψε να του φιλήσει το χέρι. Εκείνος χαμογέλασε
–Ο Θεός σχωρέσει. Μετά στράφηκε στον γέροντα Ιάκωβο, -Πάτερ είμαστε σύμφωνοι για αύριο, θα περάσει νωρίς ο Λουκάς να σε πάει στο χωριό και την Τρίτη να μην ξεχάσεις το πανηγύρι, θα χαρεί και ο Θανάσης.
Επέστρεψαν στο μοναστήρι, η τράπεζα είχε τελειώσει και φάγανε στο μαγειρείο, τρώγοντας ο γέροντας προσπάθησε να πείσει τον πάτερ Αβέρκιο να σκεφτεί καλά πριν πάρει την τελική του απόφαση. Του εξήγησε πως τα χρήματα για τα συμβόλαια ήταν το λιγότερο κακό που μπορούσε να συμβεί, τώρα βρεθήκανε η λύση όμως δεν ήταν να το πάρει ο Θανάσης. Θα έπρεπε μετά να αιτιολογήσει που βρήκε τα λεφτά και αγόρασε το κτήμα, θα έπρεπε μετά κάθε χρόνο να τραβιέται με την εφορία, να πληρώνει πολλά περισσότερα από τα πεντακόσια που κατέβαλε κάθε χρόνο για νοίκι. Θα του έκανε κακό του Θανάση με αυτόν τον τρόπο, βάζοντας τον σε μια περιπέτεια με αβέβαιο τέλος. Η καλλίτερη λύση ήταν να το πάρει η Μητρόπολη θα ξεμπέρδευαν αμέσως αφού τα χαρτιά ήταν όλα έτοιμα και μετά το πανηγύρι θα επέστρεφαν στην Αθήνα και αυτός στην μετάνοια του. Ο πάτερ Αβέρκιος είχε πεισμώσει, δεν ήθελε για κανέναν λόγο να πάει η περιουσία στην Μητρόπολη, υποσχέθηκε στον γέροντα να το σκεφτεί ξανά.

Η λύση

Μετά τον εσπερινό αποσύρθηκε στο δωμάτιο λέγοντας πως δεν θα φάει βραδινό, ακούμπησε την εικόνα της Παναγίας στην καρέκλα, έβγαλε από το σακβουαγιάζ την εικόνα του Αγίου Νεκταρίου την έβαλε δίπλα και γονάτισε, εκεί τον βρήκε το κτύπημα της πρωινής καμπάνας. Έκανε το Σταυρό του, σκούπισε τα μάτια του έβαλε το ράσο και κατέβηκε στον Ναό. Ο γίγαντας ηγούμενος είχε βάλει ευλογητό και οι μοναχοί είχαν μοιραστεί τα αναλόγια. Έπιασε ένα στασίδι κρατώντας το κομποσκοίνι στο χέρι, σε λίγο άρχισε να έρχεται κόσμος, ένιωθε άβολα και πήρε απόφαση να τρυπώσει στο Άγιο Βήμα. Ήξερε πως είναι ανεπίτρεπτο αλλά με τόσο λαό σκανδαλιζότανε. Βρήκε μια καρέκλα και έκατσε, αλλά ούτε εκεί αναπαύτηκε, το Ιερό γέμισε παιδάκια, αναστέναξε
-Παναγία μου κάνε να τελειώσω να γυρίσω πίσω, εδώ δεν είναι μοναστήρι, εδώ είναι όλα κοσμικά δεν αντέχω.
Όταν απόλυσε η Εκκλησία στην αυλή υπήρχαν τραπέζια γεμάτα με πλαστικά ποτηράκια περιέχοντα καφέ και τσάι, πλάι τους πολλοί δίσκοι με κουλουράκια και άλλα κεράσματα, τρέχοντας σχεδόν κατευθύνθηκε στο δωμάτιο του, πήρε ευλαβικά τις εικόνες από την καρέκλα τις ακούμπησε στο τραπέζι και ξάπλωσε στο κρεβάτι, ο ύπνος τον κατέλαβε αμέσως. Το κουδούνισμα του τηλεφώνου τον ειδοποίησε πως ήταν ώρα για το μεσημεριανό, ένοιωσε μεγάλη ανακούφιση όταν διαπίστωσε πως εκεί βρισκόταν και ο γέρων Ιάκωβος. Το μενού περιελάμβανε κοτόπουλο στο φούρνο και σαλάτα, αρκέστηκε στην σαλάτα. Όλη τη υπόλοιπη μέρα την πέρασε κλεισμένος στο δωμάτιο, το απασχολούσε ο λόγος του γέροντα αλλά και του Δεσπότη, θα έβαζε σε μπελάδες το Θανάση, αντί να του κάνει καλό, η πολυτέλεια στο γραφείο αλλά η συμπεριφορά του Δεσπότη του έκαναν κακή εντύπωση, δεν χρειαζότανε η Μητρόπολη το κτήμα, την περίπτωση να το γράψει στο Μοναστήρι την απέκλεισε, το κοσμικό φρόνιμα που διαπίστωσε τον είχε απογοητεύσει. Το βάσανο του ήταν μεγάλο, αυτός έπρεπε να είναι ακτήμων και τώρα βρισκόταν με περιουσία που δεν ήξερε πώς να την διαχειριστεί. Σκέφτηκε για μια στιγμή να την μεταβιβάσει στο κελί του στον Άγιο Σάββα και την απέρριψε την ίδια στιγμή, η κουρά μου δεν θα γίνει αντικείμενο συναλλαγής. Έφτασε το βράδυ και δεν είχε βγάλει απόφαση. Πήρε τα στα χέρια του την εικόνα του Αγίου Νεκταρίου, την κοίταξε με ευλάβεια και ξάπλωσε στο κρεβάτι φέρνοντας την στο στήθος του, έτσι τον βρήκε το χάραμα. Μετά την ακολουθία του όρθρου ζήτησε από τον ηγούμενο να του φωνάξει τον Λουκά με το αυτοκίνητο, είχε βγάλει την απόφαση του. ο γέρων Ιάκωβος θέλησε να πάει μαζί του, αλλά ο πάτερ Αβέρκιος τον απέτρεψε λέγοντα του να κάτσει να ετοιμαστεί για το πανηγύρι. Με την βοήθεια του Λουκά πήγε στην τράπεζα, πήρε τα χρήματα και μετά στον συμβολαιογράφο, εκεί τα ακούμπησε, ζητώντας να γίνουν τα συμβόλαια και να περιέλθει η περιουσία στον Ερυθρό Σταυρό, με την μοναδική υποχρέωση να το φροντίζει ο Θανάσης για μια περίοδο τριάντα χρόνων. Μόλις έδωσε τις οδηγίες ένα μεγάλο βάρος έφυγε από πάνω του και ανακουφίστηκε. Έμενε τώρα να περάσουν λίγες ημέρες μέχρι την Τετάρτη και να επιστρέψει στην Μετάνοια του. Το απόγευμα  χαρωπός κρατώντας στον ώμο του τον ντορβά, ακολούθησε το γέροντα στον Εσπερινό του πανηγυριού. Ο Θανάση περίμενε, μόλις τον είδε του είπε τι έκανε και του έδωσε τον ντορβά να μοιράζει ευλογίες στους προσκυνητές και αυτός πήγε στο αναλόγιο. Όταν τελείωσε ο Εσπερινός, βγήκε έξω και είδε ένα τραπεζάκι γεμάτο με τα λιβάνια και τα εικονάκια και δίπλα ένας δίσκος γεμάτος κέρματα, μελαγχόλησε και κοίταξε προς την πλευρά που βρισκόταν ο Θανάσης, «-Έτσι είπαμε; Είπαμε να τα χαρίσεις, ευλογίες είναι».
Πέρασαν τρείς ημέρες και πήγε ξανά στον συμβολαιογράφο, υπέγραψε ότι χρειαζότανε και ενημέρωσε τον γέροντα Ιάκωβο πως είναι έτοιμος για την επιστροφή. Ο γέροντας δεν ρώτησε τίποτα, μόνον διευκρίνισε πως πρέπει να περάσουν από τον Δεσπότη να πάρουν την ευχή του, γιατί είναι ανεπίτρεπτο να φύγουν χωρίς να τον χαιρετίσουν, έτσι και έγινε, περάσανε από την Μητρόπολη του δέχθηκε ψυχρά ο Δεσπότης τους έδωσε την ευχή του και το ίδιο βράδυ ταξίδευαν για το Πειραιά. Στην καμπίνα του καραβιού ο πάτερ Αβέρκιος είχε όρεξη για κουβέντα σε αντίθεση με τον γέροντα που ήταν κουρασμένος.
-Γέροντα δεν έχεις περιέργεια να μάθεις τι απέγινε η περιουσία;
-Κύριε, καὶ Δέσποτα τῆς ζωῆς μου, πνεῦμα ἀργίας, περιεργίας, φιλαρχίας, καὶ ἀργολογίας μὴ μοὶ δῶς.
Πνεῦμα δὲ σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καὶ ἀγάπης, χάρισαί μοὶ τῶ σῶ δούλω.
Ναί, Κύριε Βασιλεῦ, δώρησαί μοὶ τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμὰ πταίσματα, καὶ μὴ κατακρίνειν τὸν ἀδελφόν μου, ὅτι εὐλογητὸς εἶ, εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
-Τώρα με ταπείνωσε καλά-καλά, αλλά εγώ θα σου πώ. Άνοιξε το σακβουαγιάζ έβγαλε ένα φάκελο και του τον έδωσε. –Πάρε τον γέροντα, η περιουσία ανήκει τώρα στον Ερυθρό Σταυρό, έτσι θα γίνει και η κηδεία της μάνα μου και θα ξεπληρώσουμε και τα τόσα χρόνια που την περιθάλπουν.
-Νάναι ευλογημένο, είπε ο γέροντας και άπλωσε το χέρι του, αυτό είχα και εγώ στο νου μου, αλλά δεν στο είπα να μην σε επηρεάσω, αφού το έκανες μόνος σου, ο Θεός σχωρέσει σου.
-Κακά έκανες και δεν μου το είπες, βασανίστηκα πολύ, αλλά δόξα τω Θεώ τώρα είμαι ακτήμων, τόσο που δεν έχω ούτε τα εισιτήρια μου να γυρίσω πίσω;
-Θα τα κανονίσω εγώ μην σε νοιάζει πάτερ, αλλά υπάρχει κάτι ακόμα που πρέπει να μάθεις.
-Τι είναι αυτό;
-Όταν πάς με το καλό μέσα, ζήτα από τον ηγούμενο τα γράμματα της μάνας σου και διάβασε τα είναι πολλών χρονών επιστολές.
-Να είναι ευλογημένο, θα το κάνω, είπε ο πάτερ Αβέρκιος και ξάπλωσε.
Ο Γέροντας έβαλε το φάκελο στην βαλίτσα του και βγήκε στο κατάστρωμα, ήθελε να ειδοποιήσει τον γιό του να τους περιμένει, ακόμα του παρήγγειλε να είναι ξεκούραστος και να βρει παρέα συνοδηγό γιατί θα ταξίδευε τον πάτερ Αβέρκιο μέχρι την Ουρανούπολη.
Το πρωί όταν αποβιβάστηκαν στον Πειραιά τους περίμενε ο Μανόλης, ανέβηκαν στο αυτοκίνητο και τράβηξαν για τον Ερυθρό Σταυρό. Βρήκαν την κυρία Τριανταφύλλου της παρέδωσε ο γέρων Ιάκωβος τον φάκελο με τα συμβόλαια και ανέβηκαν να δουν την μάνα του πάτερ Αβέρκιου. Μόλις μπήκαν στο δωμάτιο, εκείνη ανακάθισε στο κρεβάτι, πλησιάσανε άπλωσε το χέρι του ο γέροντα και ευλαβικά το ασπάστηκε η γραία. Ο πάτερ Αβέρκιος έστεκε μακρύτερα.
-Ηλία έλα εδώ. Του κακοφάνηκε του πάτερ Αβέρκιου αυτή η εμμονή με το όνομα.
-Σου είπα γερόντισσα πως ο Ηλίας πέθανε από πολλά χρόνια και άμα πεθάνεις δεν θα είναι εδώ να σε θάψει, τώρα φεύγω, ευλογείται. Γύρισε προς την πόρτα και έφυγε, ο γέρων Ιάκωβος χάιδεψε το κεφάλι της μάνας με στοργή και ακολούθησε τον πάτερ Αβέρκιο που πήρε τις σκάλες νευριασμένα «-άκου Ηλίας;».

Η λύτρωση

Ο Μανόλης τους περίμενε και πρότεινε να φύγουν το βραδάκι για να είναι στην Ουρανούπολη το πρωί και τη ίδια μέρα να μπεί μέσα. Ο πάτερ Αβέρκιος συμφώνησε αμέσως, ήταν χαρούμενος που τελείωσε η αποστολή του και γύριζε στα γνωστά του λημέρια. Ο γέροντας πρότεινε να πάνε μέχρι το σπίτι του να φάνε μεσημεριανό και να ξεκουραστούν πριν το ταξίδι έτσι έγιναν τα πράγματα, μόνο που ο γέροντας θέλησε να ταξιδέψει και αυτός, χωράγανε στο αυτοκίνητο και θα περνάγανε ευχάριστα οι ώρες. Πράγματι με διάφορες ιστορίες από το γεροντικό και αρκετά τροπάρια που θυμόντουσαν και έψελναν δεν κατάλαβαν πότε πέρασε η νύχτα και βρέθηκαν στην Ουρανούπολη. Ήταν νωρίς για τον απόπλου και κάθισαν για καφέ, ο γέροντας ανακοίνωσε πως θα διανυχτέρευαν στην Ουρανούπολη να ξεκουραστούν και την επομένη θα γύριζαν στις δουλειές τους όλοι. Ο πάτερ Ιάκωβος είχε αναζωογονηθεί βλέποντας στην πολίχνη αρκετούς μοναχούς να τριγυρνάνε, πολλούς από αυτούς τους γνώριζε, άλλους τους ξεχώριζε από τον βηματισμό τους πως είναι αγιορείτες, και του έδειχνε στον Μανόλη προσκαλώντας τον  να έρθει στο όρος να γνωρίσει που ζουν οι Αγίοι άνθρωποι. Ο γέρων Ιάκωβος τον διόρθωσε. «-Λάθος πάτερ. Δεν σε αγιάζει ο τόπος, αλλά ο τρόπος» Έσκυψε το κεφάλι ο πάτερ Αβέρκιος και κοίταξε αν άρχισε η επιβίβαση, αυτή η παρατήρηση τον πρόσβαλε.
-Πάμε στο αυτοκίνητο να πάρω το σακβουαγιάζ. Ο Μανόλης του άνοιξε, το πήρε και κατευθύνθηκε προς τον γέροντα Ιάκωβο να τον αποχαιρετίσει, αγγελιαστήκανε και ο γέρων του υπενθύμισε «-Μην ξεχάσεις τα γράμματα της μάνα σου, τα κρατά ο Ηγούμενος» μπήκε στο καράβι και δυο ώρες αργότερα πατούσε τα αγιασμένα χώματα του περιβολιού της Παναγίας. Δεν πήγε στον κελί του Αγίου Σάββα όπως θα είχε υποχρέωση, αλλά τράβηξε κρατώντας στο χέρι το σακβουαγιάζ για το μοναστήρι, ζήτησε τον Ηγούμενο και απαίτησε τα γράμματα της μάνας του. Εκείνος του έδωσε ένα χαρτόκουτο παπουτσιών γεμάτο επιστολές και ρώτησε:
-Πάτερ Αβέρκιε την έθαψες την μάνα σου;
-Όχι Γέροντα δεν κοιμήθηκε ακόμα και άμα κοιμηθεί δεν έχω σκοπό να πάω, δεν πρόκειται να βγω με τη θέληση μου από το όρος για κανέναν λόγο.
-Νάναι ευλογημένο, θα πάς στο κελί ή να σε φιλοξενήσουμε απόψε, σκοτεινιάζει.
-Με την ευχή σου να φύγω, γιατί τόσες ημέρες αναζήτησα το κρεβάτι μου.
-Έχει δίκιο, ο Μοναχός έχει ένα μόνο κρεβάτι, εσύ σε πόσα πλάγιασες; Ρώτησε αστειευόμενος ο Ηγούμενος
-Άστα Γέροντα μην τα ρωτάς, ευλόγησον η ώρα περνά.
-Στην Ευχή της Παναγίας πάτερ, καλώς όρισες.
Με ταχύ βήμα ο πάτερ Αβέρκιος πήρε το μονοπάτι για τον Άγιο Σάββα, δεν υπήρχε περίπτωση να χαθεί ακόμα και στο χειρότερο σκοτάδι, ήξερε όλα τα περάσματα, αισθανόταν άνετα κα κυκλοφορεί στο δάσος να ακούει τους θορύβους και να οσμίζεται τις μυρωδιές του. το μόνο μεμπτό ήταν πως δεν κρατούσε το κλαδοκόπι να καθαρίσει τυχών εμπόδια. Όταν έφθασε είχε κλείσει η πόρτα του κελιού κτύπησε αλλά δεν πήρε απόκριση, ήταν στην ακολουθία οι πατέρες, ήξερε που θα βρει το αντικλείδι και μπήκε και αμέσως πήγε στο ναΐδριο του κελιού έβαλε μετάνοια στον Γέροντα και έκατσε στο στασίδι του, επιτέλους η περιπέτεια τελείωσε.
Μετά την ακολουθία καθίσανε στην τράπεζα, ο Γέροντας είδε το σακβουαγιάζ και το χαρτόκουτο ακουμπισμένο πάνω του.
-Τι είναι αυτό πάτερ Αβέρκιε.
-Τα γράμματα της μάνας μου τα είχε ο Ηγούμενος και τα πείρα, πάρτα Γέροντα.        
-Όχι δεν τα παίρνω αλλά έχω να σου δώσω και άλλα, τα φύλαγε ο Μακαρίτης ο Γέροντας, είναι αλληλογραφία με τον παππού σου και την μάνα σου, ευκαιρία είναι.
-Μη Γέροντα δεν τα θέλω, είναι πειρασμός, είπε ο πάτερ Αβέρκιος και άνοιξε το σακβουαγιάζ, έβγαλε τον φάκελο που του έδωσε ο Δεσπότης και τον άλλο φάκελο που έδωσε η Ηγουμένη στην Αίγινα, -Κοίτα εδώ είναι και άλλα, είναι πειρασμικά, δεν τα θέλω.
-Εσύ πάτερ πρέπει να νικήσεις τον πειρασμό, μπορεί διαβάζοντας τα να μάθεις πράγματα που αγνοείς. Είπε και σηκώθηκε να πάει να φέρει ένα ακόμα χαρτόκουτο από παπούτσια, -Εδώ τα φύλαγε ο Μακαρίτης» και τα έδωσε.
Αποσύρθηκε ο πάτερ Ιάκωβος στο κελί του, πόσο αναπαυμένος αισθανότανε στο στενό αυτό χώρο που βρισκόταν. Καμιά σχέση με ότι είχε γνωρίσει στον κόσμο. Μια πλευρά του τοίχου γεμάτη εικόνες, κρέμονταν μπροστά ένα καντήλι σβηστό που το άναψε αμέσως, δίπλα σε μια πρόκα κρεμόντουσαν κομποσκοίνια, ένα τραπεζάκι κοντό είχε επάνω σωρό τα βιβλία με συναξάρια αγίων, το Ψαλτήρι πάνω από όλα παλιό και φθαρμένο από την χρήση, ένα σκαμπό που έτριζε, ένα μπαούλο που αποθήκευε τα ρούχα του και για κρεβάτι δύο μαδέρια στηριγμένα σε καβαλέτα, σκεπασμένα με μια κουβέρτα. Έκανε τον κανόνα του και κοιμήθηκε ανέμελα. Αξημέρωτα ξύπνησε και κατέβηκε στην ακολουθία, αμέσως μετά ετοίμασε τον ντορβά του για να πάει στο χωράφι, είχαν φυτρώσει ζιζάνια θέλανε καθάρισμα, σχεδόν μια βδομάδα έλειπε, είχε αγωνία, και το κυριότερο αποζητούσε τα μουλάρια του. όταν μπήκε στο βουρδουναριό και τους μίλησε, εκείνα ανταποκρίθηκαν εκφράζοντας την αγάπη τους με τον δικό τους τρόπο. Καβάλησε στο ένα μουλάρι και το άλλο ακολουθούσε, στον ώμο του η ντουρβαδίνα ήταν φουσκωμένη, εκτός από το κολατσιό κα το νερό περιείχε τα γράμματα και τους φακέλους που όλοι του πρότειναν να διαβάσει.  Την άφησε κάτω από ένα δένδρο και άρχισε να καθαρίζει τι χωράφι και να στοιβάζει τα χόρτα που θέλανε κάψιμο, όταν έφτασε η ώρα για κολατσιό, πήγε στον ντροβά το άνοιξε και είδε τα χαρτιά, αποφασιστικά τα έπιασε όλα μαζί τα πήγε στο σωρό των χόρτων και έβγαλε τον αναπτήρα από την τσέπη του.
-Δι’ ευχών των Αγίων δεν θα με νικήσεις πειρασμέ, είπε δυνατά, έβαλε φωτιά στα χαρτιά  και αναπαύτηκε.   


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου