Σάββατο 14 Ιουλίου 2018

Σκέψεις αναφορικά με το αν ο άγαμος κλήρος (και ο μοναχισμός) απέχει ουσιωδώς από τα του εγγάμου βίου


Τρίτο και τελευταίο άρθρο επί του θέματος.
Γράφει ο Παναγιώτης Γ. Παύλος | Τμήμα Φιλοσοφίας, Πανεπιστήμιο του Όσλο στην Romfea.gr


Αφορμή για το σύντομο αυτό σημείωμα στάθηκε το κείμενο ''Αρκεί άραγε μόνο η γνώση;'' του π. Χρήστου Αιγίδη, που δημοσιεύθηκε στη Romfea.gr, την Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2018.
Ως αιτία, στέκεται η συχνά απαντώμενη από τον γράφοντα αντίληψη περί του ότι ο άγαμος κλήρος (ή/και ο μοναχισμός) δεν είναι σε θέση να γνωρίζει, κι επομένως να συμβουλεύει ορθά και επαρκώς τους εγγάμους, καθότι είναι άμοιρος των ιδιαζουσών συνθηκών και των προκλήσεων που ο έγγαμος βίος παρουσιάζει.

Καταρχήν, να σημειώσω ότι η αντιδιαστολή βιώματος και γνώσεως που εγείρεται στον συμπερασμό ότι ῾όλοι οι Πατέρες συμφωνούν ότι η Πνευματική Ζωή είναι κυρίως βίωμα και όχι γνώση᾽ μαρτυρεί αφενός μια ελλιπή αντίληψη του βιώματος και ασφαλώς μια τεχνητή, δηλαδή μη ρεαλιστική, απεικόνιση του τί είναι γνώση εντός της Ορθόδοξης παράδοσης.
Δεν θέλω να κουράσω τον αναγνώστη. Αλλά ανακαλώ, έτσι πολύ πρόχειρα, αυτό που ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης γράφει στο ῾Περί Θείων Ονομάτων᾽, ότι, δηλαδή, κανείς ῾πάσχει και μανθάνει τα θεία᾽.
Προς αποφυγή παρεξηγήσεως η οποία ενδέχεται να προκληθεί από την συμπύκνωση του επιχειρήματος που προκύπτει με την καταφυγή μου στον Αρεοπαγίτη, θα ήθελα να εξηγηθώ ως εξής.
Ασφαλώς, ο Αρεοπαγίτης, όταν μιλάει περί πάθους και μαθήσεως των θείων, αναφέρεται στο πώς ο Θεός γνωρίζεται: όχι ως γνώση θετική, θετικιστική, αλλά ως βίωμα, ως Πρόσωπο.
Και ασφαλώς, μπορεί καταρχήν, να ξενίσει τον αναγνώστη το ότι επικαλούμαι την συγκεκριμένη αίσθηση κι εμπειρία του Αρεοπαγίτη στο ζήτημα που θίγει ο π. Αιγίδης στο κείμενό του, και το οποίο με παρακίνησε σε αυτό το σημείωμα, δηλαδή σε όλα τα του γάμου δύσκολα.
Αλλά, μήπως, εν συνεχεία, θα διαφωνήσει κανείς ότι, εντός της Ορθόδοξης αλήθειας, ζωής και παράδοσης, ο Γάμος είναι το Μυστήριο εκείνο το οποίο οδηγεί, διαμέσου της Σταυρικής δοτικότητας εκάστου εις τον άλλον, στη θέα του Θεού;
Όπως εξίσου οδηγεί στο ίδιο Τέλος ο Μοναχικός βίος; Αν δεν υπάρχουν πολλοί διαφωνούντες, τότε με χαρά θα μπορούσα να συμπεράνω κι εγώ με τους συμφωνούντες ότι, το βίωμα είναι γνώση και η αληθής γνώση βίωμα, όχι μόνον στο Χώρο της Θεολογίας αλλά και στο χώρο της Οικονομίας, δηλαδή της καθημερινής ανθρώπινης πραγματικότητας.
Αν, τώρα, το βίωμα είναι γνώση και η γνώση βίωμα και, αν αυτό ισχύει στο χώρο του κτιστού, δηλαδή στο χώρο εκείνο τον έμπλεω Θείας Ενέργειας, τότε ποιος είναι εκείνος που θα μπορούσε να αρνηθεί μια τέτοια γνώση στους ανθρώπους, απλώς και μόνον επειδή προέρχεται από την ῾άλλη εκδοχή του βίου᾽, την έγγαμη ή την μοναστική, αναλόγως;
Έρχομαι σε ένα δεύτερο σημείο. Λέει ο π. Αιγίδης: ῾Πώς θα σας φαινόταν λοιπόν αν σε κάποιο Μοναχικό Συνέδριο ανέπτυσσε Εισήγηση ένας Έγγαμος Κληρικός και σαρκικός πατέρας πολλών παιδιών με θέμα ῾῾Το κάλλος της Παρθενίας᾽᾽ ή ῾῾Τα Μοναχικά Ιδεώδη᾽᾽.
Η αλήθεια είναι, ότι διαβάζοντας αυτό το ερώτημα, υιοθετώ αμέσως την επακόλουθη διατύπωση του συγγραφέα, αλλά σε διαφορετική κατεύθυνση: ῾Μόνο που το βλέπω ή το ακούω μου φαίνεται πολύ παράξενο ή ακόμα και παράταιρο᾽.
Η αίσθηση που μού γεννιέται εδώ είναι κάπως περίεργη και εικάζω ότι προκαλείται από το γεγονός ότι η εν λόγω παραδοχή, ούτε λίγο ούτε πολύ, αποδέχεται ότι και εντός του Σώματος της Εκκλησίας υπάρχουν Τεχνοκράτες: οι μεν της εγγάμου οι δε της αγάμου ερωτικής ζωής. Και έτσι, όπως η σύγχρονη μορφή οικονομίας έχει εξουθενώσει την πολιτική φύση της κοινωνίας εκβιάζοντας την θέσπιση των οικονομο-τεχνοκρατών ως αποκλειστικώς αρμοδίων περί της πόλεως, εξίσου, η σύγχρονη εκδοχή της Ποιμαντικής, έχω την εντύπωση ότι, πάει να εξουθενώσει την Θεοειδώς παρακατιανή φύση της κοινωνίας προσώπων. Και για να μην παρεξηγηθώ, διαβάζοντας την λέξη ῾παρθενία᾽ φέρω κατά νου το όλον της παρθενίας, σώματος και ψυχής.
Επιπλέον: ποιά είναι, πράγματι, η διαφορά μοναχού και λαϊκού; Είναι μόνον, και απλώς, η χρήση ή μη χρήση της φύσεως κατά ορισμένο τρόπο; Και αν κάτι τέτοιο ίσχυε, τότε, πώς θα έπρεπε να κατανοήσουμε το ότι ῾μοναχός εστί ο πάντων χωρισθείς και πάσι συνηρμοσμένος᾽;
Μήπως, παραδείγματος χάριν, ο ορισμός αυτός δεν αφορά και αυτήν ακριβώς την πρόκληση που αντιμετωπίζει, στο δικό του μέτρο, ο γονιός που καλείται να ισορροπήσει κατά την αναχώρηση των παιδιών του;
Ή, μήπως, για να πάω πολύ νωρίτερα, δεν είναι αυτός ο κατεξοχήν θεμελιώδης, αξιωματικός τρόπος της ανιδιοτελούς αγάπης στον οποίο καλούνται οι σύζυγοι να αγωνιστούν και να διαπρέψουν, χωριζόμενοι όχι τόπω από τον άλλον αλλά τρόπω από την ανάγκη χρήσης του άλλου;
Επί του πρακτικότερου πεδίου: Αν, ας υποθέσουμε, υπάρχει κάποιου είδους ανάγκη για σαφή ῾κατανομή συμβουλευτικών αρμοδιοτήτων βάσει καταλληλότητας᾽, βάσει τύπου βίου (εγγάμου ή μοναστικού), τότε έχω την εξής πολύ απλή απορία.
Πώς θα δικαιολογήσουμε την απειρία πλήθους ευεργετικών λόγων, συμβουλών, προτροπών για τη δημιουργία, σύσταση, διαφύλαξη και άνθιση οικογενειών που -ας μην πάμε πολύ μακριά- σύγχρονοι Όσιοι (άγαμοι), της εποχής μας, έδωσαν κατ᾽ ιδίαν μεν σε συνανθρώπους μας, εν δήμω δε διαμέσου της αγιοκατάταξής τους και της γνωστοποίησης σε όλους του βίου και των λόγων τους;
Αλλά, και πόσοι άλλοι Άγιοι (έγγαμοι) δεν καθίστανται καθημερινά υπόδειγμα μοναχικού βίου για τους αγάμους, μοναχούς ή/και λαϊκούς; Τα ονόματα είναι πολλά. Ενδεικτικά, όλοι τους γνωρίζουμε: Άγιοι Πορφύριος, Παΐσιος, Ιάκωβος, Αρχιεπίσκοπος Λουκάς…
Κάτι τελευταίο. Για τα Συνέδρια. Κάποτε κάποιος είπε ότι στα συνέδρια κρύπτεται καλά το Αληθές. Νομίζω ότι, αν, πέραν της γενίκευσης, η πρόταση έχει αλήθεια, αυτή συνοψίζεται, έχω την αίσθηση, στο ότι τα Θαυμάσια, όπως ακριβώς ῾η φύσις κρύπτεσθαι φιλεί᾽ κατά τον Ηράκλειτο, ενεργούνται κυρίως εν κρυπτώ.
Και άρα, ασφαλώς θα μού φαινόταν κι εμένα περίεργο, αν όχι απογοητευτικό, αν υπήρχαν μοναχοί που θα προσέβλεπαν στη συμμετοχή τους σε κάποιο Μοναστικό συνέδριο, ώστε να μάθουν για τα περί του βίου τους από κάποιον έγγαμο.
Είμαι, ωστόσο, απολύτως βέβαιος, ότι υπάρχουν πολλοί μοναχοί, στο Άγιο Όρος και σε άλλους τόπους, που όχι μόνον ῾μαθαίνουν᾽ για τις δυσκολίες του εγγάμου βίου, αλλά και μαθαίνουν από αυτές.
Αυτά που γράφω ανωτέρω, τελούν, ασφαλώς, υπό δύο αιρέσεις: α) μέχρις ότου βρεθεί κάποιος να μας διαβεβαιώσει ποιά εκκοπή θελήματος είναι πιο επώδυνη: αυτή που προκαλείται από τον Γέροντα ή από τον/την/τα σύζυγο/παιδιά, και β) το ότι όλοι, άπαντες, έχουμε επίγνωση ότι ο δρόμος μας είναι η αγιότητα…


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου