Σάββατο 21 Οκτωβρίου 2017

Το τραγούδι της γης

Ο επίλογος του έργου του Μυριβήλη
«Το τραγούδι της γης» (1937) είναι ένα από τα λυρικά έργα του Στράτη Μυριβήλη. Σύμφωνα με κριτική πάνω στο έργο, όλα τα εκθαμβωτικά χρώματα πού διαθέτει η παλέτα του, μαζί με το εξαιρετικά πλούσιο και πάντα εκφραστικό, πάντα παραστατικό του λεξιλόγιο, ο Mυριβήλης τα έχει σπάταλα διαχύσει σ’ αυτό το τραγούδι που είναι ένας ύμνος στη γη και στην καρπερότητά της. Mας μεταδίδει μια μέθη, μια έκσταση διονυσιακή.

Ο επίλογος του έργου

Ας σβήσει το τραγούδι.
Ας σβήσει σιγαλινά το τραγούδι.
Ας καταλαγιάσουν οι φωτιές, ας μαραθούν οι ξανθές φλόγες, ας ρίξουν τα φτερά τους τα μελτέμια.

Στάχτη χιονίζει στα ξανθά κεφάλια, χρυσόσκονη πασπαλίζεται στην πράσινη κόμη των δασών.
Αγαπημένοι, θα πεθάνουμε ένα βράδυ, και ο νους μας, που αστράφτει από τη ματιά του Θεού, θα σκοτεινιάσει σαν την απονύχτερη εκκλησία.
Έτσι θα πεθάνουμε ένα βράδυ, όταν το φως της ζωής θα χαμηλώνει στον ορίζοντά μας όπως το μάτι της αδειανής λάμπας.
Και την ίδιαν ώρα μιλιούνια νέες ζωές θα ξεκινούν ανυπόμονα από τις καρπισμένες μήτρες.
Αμέτρητα χεράκια θα ψάχνουνε να πιάσουν το γαλάζιο φως, αυτό που θα βασιλεύει αξημέρωτα μέσα στα πηγμένα μάτια μας.
Θα νάρθει η αφεύγατη ώρα. Και μεις πρέπει να κλειδώσουμε δυνατά τα δόντια, να καταπιούμε, περήφανοι και πεισματάρηδες, ετούτον το μικρό στοχασμό.
Θα σταθεί ακίνητο το βλέφαρό μας, όπως το ματόφυλλο των αγαλμάτων. Θα πετάξει η ματιά μες από τα μαραμένα ματόκλαδά μας, όπως φεύγει μια πεταλούδα μες από το πεθαμένο άνθος.
Και πάλι τα κυκλάμινα θα ξεφυτρώνουν κάτω από τα χινοπωριάτικα χαμόδεντρα. Και πάλι οι κύανοι θα σκάζουν τα μαβιά τους άστρα μέσα στ’ ανοιξιάτικα χωράφια.
Θα λείπουμε εμείς από την πρωτομαγιά και το τριαντάφυλλο θ’ ανοίξει ανάμεσα στα λουλούδια, τόσο νέο και τόσο αγνό, όπως την πρώτη μέρα της Δημιουργίας, που άνθισε μέσα στη φούχτα του Θεού.
Σαν πέφτει η νύχτα, πάλι το τραγούδι της θάλασσας θα ξεδιπλώνει αργά και μεγαλόπρεπα τις στροφές του.
Οι μελαγχολικές ωδές των νερών θα έρχουνται πάλι από τα’ απόμακρα του πελάγου, καβάλα στα σκοτεινά και αόρατα κύματα.
Μα δε θάμαστε πια στην αμμουδιά της ακρογιαλιάς, που τόσες φορές κράτησε ζεστές λακκούβες από τα κορμιά μας.
Κ’ εμείς θα είμαστε πεθαμένοι, πεθαμένοι για πάντα ανέλπιδα, όλους τους αιώνες των αιώνων.
Δε θάχουμε μερίδιο στο πανηγύρι της ζωής μηδ’ όσο κείνο το ταπεινό σαλιγκάκι, που λουφάζει, τυφλό, κουφό και βουβό, στο βυθό του ακίνητου νερού.
Οι γυναίκες θα ανθίζουνε πάντα ωραίες. Σαν βραδιάζει θ’ ανοίγουν, νυχτολούλουδα, τα μεγάλα τους μάτια και θα κοιτάζουν ένα γύρω με αγάπη, ποθητές και καλές, σαν όλα μαζί ταγαθά του Θεού.
Μα σε καμιάς τα μάτια μέσα δε θα καθρεφτίσουμε πια το είδωλο της δικής μας μορφής.
Οι μελωδίες μας θα έχουνε ξεψυχήσει, πεθαμένα πουλιά που πάγωσε το θάλπος της ζωής κάτω από το πούπουλό τους.
Όμως τα βιολιά της χαράς θα τεντώνουνε πάντα καινούριες χορδές πάνω στον παλιό καβαλάρη.
Οι μηλιές θα γέρνουνε κάθε καλοκαίρι φορτωμένες τους κόκκινους καρπούς. Και πάνω σε κανένα μήλο δεν θ’ άναι πατημένη η κοφτερή σφραγίδα από τα δόντια μας.
Και όταν τα χείλη μας θα πανιάσουν, ξεθωριασμένα σαν τα μαραμένα ρόδα, αδέρφια, το σύκο της ζωής θα είναι πάλι φουσκωμένο από τριανταφυλλί μέλι!…

Αγαπημένοι,
Ας προφτάσουμε καν να τραγουδήσουμε βροντερά, όλοι μαζί, το υπέρτατο τραγούδι των τραγουδιών, το τραγούδι της Γης.
Η ψυχή μας ας εξορμήσει σαν ένα βόλι που φεύγει και σφυρίζει. Ας αδειάσει σα μια αναστάσιμη ντουφεκιά, τραβηγμένη χαρωπά στο αδειανό γαλάζιο.

Ας φύγει τα’ αψηλού πάνω στα άγρια φτερά μιας ζητωκραυγής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου