Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε μια γριά που’ χε μιαν αγελάδα.
Δεν είχε τίποτε’ άλλο η καημενούλα. Το μόνο της βιός ήταν η αγελάδα· πουλούσε
το γάλα της και ζούσε. Και κάθε μέρα, σαν τελείωνε το άρμεγμα, άφηνε το αγγείο
με το γάλα στην αυλή της κι ύστερα έκανε τις άλλες της δουλειές.
Το ίδιο έκανε και κείνη την ημέρα. Σαν γύρισε όμως να πάρει
το αγγείο με το γάλα, τι να δει; Το αγγείο ήτανε άδειο. Κάποιος είχε πιει το
γάλα!









