Ένα γεράκι κάποτε είχε βάλει στο μάτι ένα κοπάδι
περιστέρια. Προσπάθησε πολλές φορές να τα πιάσει ορμώντας πάνω τους, μα εκείνα
πρόφταιναν να χωθούν στον περιστερώνα τους.
– Μάλλον βλέπουν τη σκιά μου, όταν πέφτω πάνω τους κι
έτσι προλαβαίνουν και κρύβονται.
Αλλά και τη μέρα που είχε συννεφιά και περίμενε πως δε θα
μπορούν να το καταλάβουν, τα περιστέρια μας κρύφτηκαν μια χαρά στο σπιτάκι τους
και η επίθεση πήγε τζάμπα και πάλι.
Η πείνα όμως του γερακιού μεγάλωνε και μαζί μεγάλωνε κι η
πονηριά του.





