Το θυμότανε. Πάντα. Δυνατά. Τις μέρες και τις
νύχτες. Σαν «όνειρο», σα μοσκοβολιά, κι
έλεγε…—το ’λεγε όλες τις στιγμές, και το παράγγελνε με πάθος στον εαυτό του— αν
γλύτωνε, αν ξανανέβαινε στο φως, να ψάξει, να. κοσκινίσει όλον τον κόσμο, ώσπου
να την βρει— όποια κι αν ήταν, όπως κι αν την έλεγαν…—και να σκάψει να της
φιλήσει τα χέρια, να την γεμίσει με δακρυσμένα «ευχαριστώ».
Εκεί μέσα που τον έθαψαν, που τον είχαν σα λείψανο
ριγμένο, λαχτάρισε και δίψασε. Δίψασε για ένα σημαδάκι χλόη, για μια σταλίτσα
του απάνω κόσμου. Ένα γέλιο μικρού παιδιού ή ένα τζιτζίκι… Κάτι που να μη θυμίζει
αυτόν τον μουχλιασμένο και πνιγερό τάφο.


