Πω, πω, πάλι καλά που ξύπνησα. Τι όνειρο ήταν πάλι και
τούτο; Βλέπω, που λέτε, ότι κοιμόμουν εδώ μες στη μέση του μπερντέ, έξω από την
παράγκα. Κοιμόμουν και έβλεπα όνειρο ότι πεινούσα ή μπορεί να πεινούσα και να
έβλεπα όνειρο ότι κοιμόμουν.
Και βγαίνει, λέει, ο Βεληγκέκας από το σαράι και με
πλησιάζει με ένα χαμόγελο όσο και η χατζάρα του.
«Που σαι, μπρε Καραγκιόστραγια, κοιμάσαι;»
«Κοιμόμουν, μπαρμπα-Τζουρβέναγα, μέχρι που με ξύπνησες.»
Βλέπω το χαμόγελο του και πονηρεύομαι. Τι έχει πάθει αυτός;
Lexotanil του δώσανε;

